www.kallergis.info

● 13) Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ στην ΕΠΙΒΟΛΗ του ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ το 1843.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ 2      Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ 3

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από τα ΦΟΒΕΡΑ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ, (ΤΑ ΝΕΑ 2011)

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ

Γεννήθηκε στην Κρήτη το 1803. Καταγόταν από οικογένεια «πρωτοκεφαλάδων» του Μυλοποτάμου, η οποία κατά τα χρόνια της βενετικής κατοχής ήταν από τις πιο επίσημες. Οι γονείς του τον έστειλαν μικρό στην Πετρούπολη για να σπουδάσει κοντά στο θείο του κόμητα Νέσελροντ, ο οποίος αργότερα έγινε υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός της Ρωσίας. Αφού τελείωσε τα εγκύκλια μαθήματα στο λύκειο όπου φοιτούσαν τα παιδιά των ευγενών, έφυγε για τη Βιέννη να σπουδάσει γιατρός. Εκεί πληροφορήθηκε τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Φύση ορμητική και γενναία, παράτησε αμέσως τις σπουδές και κατέβηκε στην Ελλάδα να πολεμήσει. Ιδιαίτερα διακρίθηκε στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη. Έπειτα όμως από το θάνατο του μεγάλου αρχηγού, πιάστηκε αιχμάλωτος των Τούρκων έξω από την Αθήνα, στη μάχη του Ανάλατου, όπου οι έλληνες αγωνιστές έπαθαν πανωλεθρία: υπαίτιοι ήταν οι δύο Άγγλοι στρατιωτικοί ηγέτες, ο ναύαρχος Κόχραν και ο στρατηγός Τσορτς.  Κατόρθωσε να εξαγοράσει την ελευθερία του. Πριν όμως τον αφήσουν ελεύθερο, οι Τούρκοι του κόψανε το ένα αυτί του, σημάδια ισόβιας ταπείνωσης.

Η πιο σημαντική στιγμή της ζωής του ήταν η 3η Σεπτεμβρίου 1843. Διοικητής του ιππικού της φρουράς της Αθήνας κατόρθωσε να ξεσηκώσει σχεδόν όλες τις στρατιωτικές δυνάμεις της πρωτεύουσας. Έπειτα από την επιτυχία της επανάστασης, η Εθνική Συνέλευση τον τίμησε προάγοντάς τον σε υποστράτηγο. Διορίστηκε στρατιωτικός διοικητής της Αθήνας και ο Δήμος του προσέφερε τιμητικά πολύτιμο σπαθί. Το Ανακτοβούλιο όμως δεν τον συγχώρεσε ποτέ. Το 1845 τον απομάκρυνε από την Αθήνα τοποθετώντας τον σε μια ασήμαντη στρατιωτική θέση στην Αρκαδία. Παραιτήθηκε τότε και έφυγε για την Αγγλία. Εκεί συνδέθηκε με στενή φιλία με τον αυτοεξόριστο πρίγκιπα Λουδοβίκο Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος αργότερα κατόρθωσε να ανέβει στο γαλλικό θρόνο ως αυτοκράτορας Ναπολέων Γ’.

Το 1848 ξαναγύρισε στην Ελλάδα και όταν το Κριμαϊκό Πόλεμο οι Γάλλοι και οι Άγγλοι ζήτησαν επιτακτικά από τον Όθωνα να σχηματίσει φιλική προς αυτούς Κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, έγινε υπουργός Στρατιωτικών. Αντιτάχθηκε στις μηχανορραφίες του παλατιού και απαγόρευσε στους αξιωματικούς να επισκέπτονται τα ανάκτορα χωρίς προηγούμενη δική του άδεια. Οι σχέσεις του με την Αυλή επιδεινώθηκαν ακόμα περισσότερο όταν ήρθε σε σύγκρουση με την Αμαλία γύρω από κάποιο κοινωνικό σκάνδαλο, με αποτέλεσμα όχι μόνο να παραιτηθεί ο ίδιος, αλλά και να παρασύρει σε πτώση ολόκληρη την Κυβέρνηση Μαυροκορδάτου. Το 1861 διορίστηκε πρεσβευτής στο Παρίσι με την ελπίδα να επηρεάσει ευνοϊκά για την Ελλάδα τον παλιό εξόριστο φίλο του, αυτοκράτορα της Γαλλίας πια, Ναπολέοντα Γ’.

Πέθανε το 1867 στην Αθήνα από συμφόρηση.

Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ 1

«3η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843».

(πηγή Δημήτρης Φωτιάδης)

Ο  Όθωνας περίμενε «με τη συνηθισμένη του απάθεια και υπομονή να πληροφορηθή πως εκτελέσθηκαν οι πολυάριθμες συλλήψεις που είχε διατάξει ο υπουργός των στρατιωτικών» (Φίνλει, σ. 341). Μα να, ακούγεται να έρχεται ο στρατός όχι για να υπερασπιστεί την ελέω Θεού βασιλεία του, αλλά ζητωκραυγάζοντας για Σύνταγμα. Χλώμιασε. Χτύπησε με τη γροθιά του το τραπέζι, σηκώθηκε νευρικά και πήγε στο παράθυρο. Απορημένος κοίταξε να κυκλώνει το παλάτι ο στρατός του.

. . . . . . . . . . . . .

«Εις τας 11.30 ήκουσα επανειλημμένας βολάς τυφεκίων εις το ανεφερθέν σημείον (στο σπίτι του Μακρυγιάννη) και ο υπασπιστής μου, όστις ήτο μαζί μας εκείνην την ώραν, υπέθεσεν ότι οι συνωμόται είχον συλληφθή. Αιφνιδίως ηκούσαμεν φωνάς ερχομένας από άλλην πλευράν, από το μέσον της πόλεως, και μετ’ ολίγον, ολόκληρον το ιππικόν και το πεζικόν, που είχε λάβει διαταγάς να παραταχθή προ των ανακτόρων, με την πρώτην αναλαμπήν των όπλων και εκπυρσοκροτήσεων, επροχώρησε εναντίον αυτών με σύνθημα:

«Ζήτω το Σύνταγμα».
Η μόνη ελπίδα που του απέμενε πια ήταν το πυροβολικό. Πίστευε πως αυτό θα του έμενε ως το τέλος πιστό. Προστάζει λοιπόν τον Βαυαρό διαγγελέα Στάινσφορ να τρέξει στο στρατώνα του πυροβολικού, που ήταν στον οδό Σταδίου, απέναντι στο δικαστικό μονόροφο μέγαρο, που κανείς δεν ξέρει πώς κατόρθωσε να επιζήσει ως σήμερα.
«Διατάξετε», του λέει, «τον λοχαγό Σχοινά να προστρέξη με το πυροβολικό και, με πυρά καταιγισμού, να διαλύση τους στασιαστάς». (Φίνλει, σ. 341).
Ο Στάινσφορ, καθώς ο επαναστατημένος στρατός δεν είχε ακόμη αποκλείσει απ’ όλες τις πλευρές τα ανάκτορα, κατορθώνει να βγει και να φτάσει στο στρατώνα του πυροβολικού. Μεταβιβάζει στον Σχοινά τη διαταγή του Οθωνα και παίρνει την αόριστη απάντηση:
«Θα πράξω ό,τι το καθήκον μου επιβάλλει».
Κι αμέσως δίνει την εντολή να ετοιμάσουν τα’ άλογα για να σύρουν τα τέσσερα κανόνια που συγκροτούσαν όλη τη δύναμη πυροβολικού της φρουράς της Αθήνας.
Σε λίγο φτάνει μπροστά στ’ ανάκτορα ο λόχος των ακροβολιστών, που είχε στείλει ο Πίσσας να εκπορθήσει το σπίτι του Μακρυγιάννη. Ο Καλλέργης προστάζει το λόχο ν’ ακροβολιστεί μπροστά από τη μεσημβρινή πλευρά του παλατιού. Κι αμέσως έπειτα ακούγεται ο καλπασμός των αλόγων κι ο βρόντος των κανονιών που σέρνουνε. Απλώνεται μια πρόσκαιρη βουβαμάρα, καθώς ήταν άγνωστο στο πλευρό ποιανού θα ταχθεί.
«Ζήτω το Σύνταγμα!». Φωνάζουν οι πυροβολητές.
Ακολουθεί πανζουρλισμός στρατού και λαού.
«Ζήτω το πυροβολικό!», αποκρίνονται.
Ο Σχοινάς, με ξεγυμνωμένο το σπαθί του, τοποθετεί δύο από τα κανόνια του με τις μπούκες γυρισμένες πάνω στις κύριες πόρτες του παλατιού.
«Το ζήτημα πια ήτανε», γράφει ο Φίνλει, «ανάμεσα στην ελληνική ελευθερία και τον βαυαρικό δεσποτισμό» (σ. 341).
. . . . . . . . . . . . . .

Όλο και μεγαλύτερο πλήθος φτάνει μπροστά στο παλάτι, σμίγει με το στρατό και με ενθουσιασμό ζητωκραυγάζει για τις πολιτικές ελευθερίες του. Οι καμπάνες αδιάκοπα χτυπούν και η μουσική της φρουράς παιανίζει θούρια. Ανάμεσα σ’ αυτά ήτα και ο «Ύμνος εις την ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολώμου, που δεν είχε ακόμα καθιερωθεί ως εθνικός ύμνος.

. . . . . . . . . . . . . . .

Η καμαρίλα βλέποντας πως όλο και χειροτέρευε η κατάσταση γυρεύει ν’ αντιδράσει με ενέργειες απελπισίας. Από την πόρτα που βλέπει προς τη σημερινή Πλατεία Συντάγματος – πήρε την ονομασία αυτή σ’ ανάμνηση εκείνης της μέρας – βγαίνουν ο υπουργός Στρατιωτικών Βλαχόπουλος και ο υπασπιστής του ‘Οθωνα Γαρδικιώτης Γρίβας. Προχωρούν λίγο, στέκονται στο πιο ψηλό σκαλοπάτι και φωνάζουν:
– «Αξιωματικοί, στρατιώται, πολίται! Εν ονόματι της Α.Μ. του Βασιλέως, σας διατάσσομεν να διαλυθήτε!».
– «Ζήτω το Σύνταγμα!», είναι η απόκριση του στρατού και του λαού.
– «Ποιος είναι ο αρχηγός σας?», ρωτούν.
– «Ο Καλλέργης».
Απευθύνονται τότεσ’ αυτόν:
– Κύριε συνταγματάρχα…..».
Αλλά ο Καλλέργης τους κόβει με μια διαταγή στους στρατιώτες του:
– Συλλαβετέ τους!».
Αμέσως τους περιτριγυρίζουν και τους πιάνουν. Κι ένας ουλαμός των Επιλέκτων τους οδηγεί στην παλιά Στρατώνα. Βγαίνει τότε ανάστατος από το παλάτι ο νομάρχης Αττικής Α. Δούκας και προσπαθεί να διαμαρτυρηθεί.
Ακολουθεί η ίδια, όπως πριν, διαταγή του Καλλέργη:
– Συλλαβετέ τον!».
Όταν ο Μακρυγιάννης με τα παλικάρια του βγήκαν από το σπίτι και τραβούσαν για το παλάτι, τότε «τους πήραν στα χέρια όλους ο λαός». Ζητωκραύγαζαν οι αγωνιστές, ζητωκραύγαζε ο κόσμος, ζητωκραύγαζε ο στρατός. Σε πανηγύρι ελευθερίας μετατρέπεται η επανάσταση. Εκείνη τη στιγμή τα πάντα ήταν δυνατά. «Χάλευαν», γράφει ο Μακρυγιάννης, « να μπούνε από τα παλεθύρια στο παλάτι» (σ. 141). Ο Μακρυγιάννης αγωνίζεται να συγκρατήσει την οργή του πλήθους. Εξηγεί: «Εμείς θέλομεν να μας δώση ο Βασιλέας μας εκείνο οπού αποχτήσαμεν με το αίμα μας και θυσίες μας, οπού τα καταπάτησε κι ο Καποδίστριας… Να μας κυβερνάγη συνταματικώς. Δι’ αυτό, αδελφοί, σηκωθήκαμεν και κιντυνέψαμεν, κι όχι να κάμωμεν αταξίες, ούτε εις το περιβόλι να μην πλησιάση κανένας και πειράξετε ουτ’ ένα φύλλο».

. . . . . . . . . . . . . . .

Ο Καλλέργης άξιος αρχηγός του επαναστατημένου στρατού
Αρχίζει να χαράζει η 3η Σεπτεμβρίου 1843. Φτάνουν τότε συγκεντρωμένοι οι φοιτητές, τραγουδώντας τα’ απαγορευμένα αντιβαυαρικά τραγούδια. Νέες εκδηλώσεις χαράς και ζητωκραυγές για τα άξια νιάτα δονούν τον αέρα.
Μέσα στο παλάτι οι ανακτορικοί ανάστατοι αναζητούν τρόπο υπεκφυγής. Με τη μάταιη ελπίδα πως μπορούσαν να ξεγελάσουν το στρατό και το λαό συντάσσουν την ακόλουθη προκήρυξη που θα υπογράψει ο Όθωνας:
« Έλληνες,
Ήκουσα την επιθυμία σας και θέλω συγκαλέσει το πρωί το υπουργικόν Συμβούλιον της Επικρατείας δια να συνεννοηθώ με αυτά, καθώς και τους Πρέσβεις των τριών φίλων Δυνάμεων, αι οποίαι υπέγραψαν τας περί αποκαταστάσεως της Ελλάδος συνθήκας.
Γνωρίζετε την προς το έθνος ένθερμον αγάπην μου και τας προσπαθείας και κόπους δια την ευδαιμονίαν και πρόοδον αυτού, εις το οποίον εθυσίασα την νεότητα και την υγείαν μου.
Σας διατάττω λοιπόν να επιστρέψητε εν ησυχία εμπιστευόμενοι εις την φροντίδαν και την προς το Έθνος αγάπην μου, δια τα οποία είμαι έτοιμος να θυσιάσω και την ζωήν μου.
Εν Αθήναις τη 3ην Σεπτεμβρίου 1843
ΌΘΩΝ

Βγαίνει κάποιος από το παλάτι και δίνει την προκήρυξη στον Καλλέργη. Ο συνταγματάρχης τη διαβάζει και αμέσως βέβαια αντιλαμβάνεται πως δεν υπήρχε στο κείμενο αυτό καμμία ουσιαστική δέσμευση του θρόνου. Προστάζει να γίνει ησυχία. Πληροφορεί τον επαναστημένο λαό και στρατό για την προκήρυξη.
«Επιθυμώ», λέει, « να διαβαστεί μεγαλόφωνα γιατί εσείς, στρατός και λαός, θ’ αποφασίσετε αν μπορούμε ν’ αρκεστούμε σε αόριστες υποσχέσεις ή πρέπει να ζητήσουμε περισσότερες εγγυήσεις».
Δίνει την προκήρυξη να διαβαστεί. Όταν ο λαός και ο στρατός άκουσαν το περιεχόμενο, η αντίδρασή τους ήταν αντίθετη από εκείνη που προσδοκούσαν οι συντάκτες της.
– «Δεν το πιστεύουμε πια!», φώναζαν.
– «Βαρεθήκαμε τις υποσχέσεις του!».
– «Να υπογράψει αμέσως το Σύνταγμα».
Οι ανακτορικοί, που είχαν την ελπίδα πως η προκήρυξη θα κατεύναζε τα πλήθη, βλέποντας το αρνητικό αποτέλεσμά της προσπαθούν, με τον εκφοβισμό, να δώσουν τέλος στις εκδηλώσεις. Και τότε βγαίνει στον εξώστη των ανακτόρων ο λαομίσητος Βαυαρός συνταχματάρχης Ες. Ο Πρόκες – όστεν, πρεσβευτής της Αυστρίας στην Αθήνα, γράφει για το επεισόδιο αυτό σε σχετική έκθεση που έστειλε στον Μέτερνιχ: «Το μίσος κατά τούτου δεν γνωρίζει όρια. Έκαστος Έλλην τον θεωρεί προσωπικόν του εχθρόν. Όταν ετόλμησε να εμφανισθή επί του εξώστου, την κρίσιμον ώραν, επηκολούθησε αγρία έκρηξις μανίας και ύβρεων».
Έξαλλος ο Ες φοβερίζει τον Καλλέργη:
– «Κύριε συνταγματάρχα, η τιμωρία σας θα είναι παραδειγματική».
– «Ταλαίπωρε Βαυαρέ!», του απαντά ο Καλλέργης. «Τολμάς να φοβερίζει ακόμα τους Έλληνες? Σε διατάσσω να αποσυρθείς αμέσως, γιατί διαφορετικά δεν μπορώ να σου εγγυηθώ τι μπορεί ν’ ακολουθήσει».
Αγριεύει ο λαός και κινείται απειλητικά. Και ο Ες, που ως εκείνη την ώραν φερόταν στους Έλληνες σαν να ήταν υπόδουλοί του, αναγάζεται να αποσυρθεί. Οι ανακτορικοί κρίνουν πως το μόνο που απέμενε πια ήταν να μιλήσει στον εξεγερμένο λαό και στρατό η ίδια η μεγαλειότητά του. Και ο Όθωνας βγαίνει στο κάτω παράθυρο αριστερά από την κεντρική πόρτα.
«Στρατηγέ Καλλέργη!», του φωνάζει.
Ο καλλέργης τον διακόπτει:
– «Δεν είμαι στρατηγός, είμαι συνταγματάρχης».
– «Τι θέλει ο στρατηγός και ο λαός?».
– «Την καθιέρωση συνταγματικού Πολιτεύματος».
– «Εγώ θέλω ομιλήσει προς αυτούς».
Ο Καλλέργης γυρίζει τότε προς το στρατό και προστάζει:
– «Προσοχή! Στρατιώτες, κρούετε τα τύμπανα».
Η φωνή του Όθωνα δεν μπορεί πια ν’ ακουστεί και ο βασιλιάς αναγκάζεται ν’ αποτραβηχτεί από το παράθυρο.

. . . . . . . . . . . . . . .

Αμέσως έπειτα το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφασίζει να στείλει επιτροπή του στον Όθωνα για να του ζητήσει να εγκρίνει τη συνταγματική μεταβολή και να υπογράψει τρία διατάγματα:
Α. Τον όρκο του στρατού στο Σύνταγμα,
Β. Τον διορισμό των νέων υπουργών,
Γ. Τη σύγκληση Εθνικής Συνέλευσης για να συντάξει το Σύνταγμα του Κράτους.
Μέλη της επιτροπής που θα πήγαινε στο παλάτι για το σκοπό αυτό ορίστηκαν οι Γ. Κουντουριώτης, Π. Μαυρομιχάλης, Γ. Αινιάν, Κ. Προβελέγγιος και Αναστάσης Λόντος. Οι δύο τελευταίοι ήταν κρυπτοαυλικοί, μπροστά όμως στη γενική εξέγερση φοβήθηκαν και σώπασαν.
Εκτός από τα τρία διατάγματα που πήρε μαζί της η επιτροπή για να τα υπογράψει ο Όθωνας, εφοδιάστηκε και με εισηγητικό προς τον Βασιλιά έγγραφο του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έλεγε «ότι σύμμετέχον καθ’ όλην την έκτασιν των αισθημάτων και των ευχών του Ελληνικού λαού και αναλαμβάνον την οποίαν η ακαταμάχητος φορά των πραγμάτων το αναγκάζει να ενδυθή έκτακτον δύναμιν προς του θρόνου και του έθνους την σωτηρίαν, σπεύδει να καθυποβάλη ευσεβάστως εις την άμεσον και πληρη παραδοχή της Υμετέρας Μεγαλειότητος τα ακόλουθα μέτρα». Δηλαδή την υπογραφή των τριών διαταγμάτων και την έγκριση της συνταγματικής μεταβολής.

. . . . . . . . . . . . .

Ο Πρόκες – Όστεν, ο πρεσβευτής της Αυστρίας, κατεβαίνει κατά το χάραμα από την Κηφισιά, όπου παραθέριζε, στην Αθήνα. Ανταμώνει αμέσως με τους πρεσβευτές των γερμανικών κρατών, τον Μπρασιέ ντε Σεν Σιμόν της Πρωσίας και τον Μπραν της Βαυαρίας. Κρίνουν σκόπιμο να συσκεφθούν με τους πρεσβευτές των τριών Προστατίδων Δυνάμεων. Η γνώμη τους είναι ότι στις δύσκολες αυτές ώρες που αντιμετώπιζε ο Όθωνας είχαν την υποχρέωση, αφού ήταν διαπιστευμένοι σ’ αυτόν, να βρεθούν κοντά του. Η παρουσία τους, είπαν, θα του τόνωνε το ηθικό και θα του έδινε τη δυνατότητα ν’ αποκρούσει τα αιτήματα των επαναστατών. Οι πρεσβευτές της Αγγλίας και της Ρωσίας Λάιονς και Κατακάζης φάνηκαν απρόθυμοι, ο Πισκατόρι όμως, ο πρεσβευτής της Γαλλίας, συνηγόρησε θερμά να γίνει δεκτή η πρόταση.
«Οι Μεγάλες Δυνάμεις», τόνισε, «έχουν εγγυηθεί το μοναρχικό πολίτευμα της Ελλάδας. Καθήκον τους λοιπόν είναι να το στηρίξουν τη στιγμή αυτή του κινδύνου».
Στο μεταξύ, η επιτροπή του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε φτάσει και είχε μπει στο παλάτι. «Ενώ δε ανεμένομεν την έξοδον της επιτροπής», γράφει ο Δραγούμης, «ελθών δρομαίος ο γραμματεύς της αγγλικής πρεσβείας Γρίφιτς, είπε μοι ταύτα: Ο κ. Λάγενς (Λάιν) σε παρακαλεί ν’ αναγκάσης τον Καλλέργη να μη επιτρέψη την είσοδον πριν η υπογραφώσι τα διατάγματα. Εννοείς δια τι» (ε.α. σ. 83). Και ο Δραγούμης, όπως αναφέρε, μεταβιβάζει αμέσως στον Καλλέργη το μήνυμα του Γρίφιτς.
Και να, σε λίγο φτάνουν μπροστά στα ανάκτορα φορώντας τις μεγάλες στολές τους οι πρεσβευτές Αγγλίας, Ρωσίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Πρωσίας με τα αμάξια τους. Κατεβαίνουν και προχωρούν προς τον Καλλέργη. Ο λαός βλέποντάς τους, ταράζεται χωρίς όμωςνα εκδηλώσει εχθρικές διαθέσεις. «Έδειξε ανησυχία», γράφει ο Φίνλει, «έμεινε όμως σιωπηλός ή άρχισε να ψιθυρίζη συγκεντρωμένος κατά μικρές ομάδες» ( τ.β. σ. 343).
Οι πρεσβευτές πλησιάζουν τον Καλλέργη:
«Σας παρακαλούμε να διατάξετε να επιτραπεί η είσοδός μας στα ανάκτορα».
Από την απάντηση που θα έδινε ο Καλλέργης θα κρινόταν η επιτυχία ή η αποτυχία της επανάστασης. Ομόθυμος είναι ο έπαινος των ιστορικών για την αποφασιστικότητά του.
«Κύριοι Πρεσβευταί», τους απαντά, « λυπούμαι αλλά μου είναι αδύνατον, ως αρχηγός του επαναστατημένου στρατού, να σας επιτρέψω την είσοδο στα ανάκτορα προτού οι απεσταλμένοι του Συμβουλίου Επικρατείας λάβουν από τον βασιλέα την απάντηση που αναμένει το έθνος».
Οι πρεσβευτές, που δεν περίμεναν να αντιμετωπίσουν μια τέτοια άρνηση, επαναλαμβάνουν έντονα και υπεροπτικά το αίτημά τους.
«Δεν έχετε, κύριε συνταγματάρχα, το δικαίωμα να εμποδίσετε την είσοδό μας στα ανάκτορα. Επιθυμούμε και δικαιούμεθα να συναντήσωμεν την Α. Μ., παρά τη οποία είμεθα διαπιστευμένοι».
Αλλά ο Καλλέργης μένει ακλόνητος:
«Το ζήτημα που ανέκυψε», τους λέει αποφασιστικά και ξερά, « αφορά αποκλειστικά το ελληνικό έθνος και τον βασιλέα. Κανείς άλλος δεν δικαιούται να αναμειχθεί σ’ αυτό».
Ο Λάιονς τότε ζητά από τον Καλλέργη να εγγυηθεί ότι δεν πρόκειται να κινδυνεύσει η ζωή του Όθωνα.
Σας δίνω το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής, απαντά ο Καλλέργης, ότι δεν πρόκειται να κινδυνεύσει.
«Τότε», γράφει ο Φίνλει, « οι πρεσβευτές της Ρωσία, της Αγγλίας και της Γαλλίας έφυγαν κρίνοντας ότι η παρουσία τους θα παρέτεινε την κρίση και θα μεγάλωνε τον προσωπικό κίνδυνο του βασιλιά. Οι πρεσβευτές όμως της Αυστρίας και της Πρωσίας σκέφτηκαν ότι γι’ αυτούς το πεδίο απόμενε ανοιχτό και αποφάσισαν με ενεργητικότητα. Επιμένανε να δούνε το βασιλιά. Χρησιμοποίησαν βίαιη γλώσσα και προσπάθησαν να εκφοβίσουν τον Καλλέργη που τους άκουγε με ψυχραιμία και έπειτα τους παρατήρησε με ετοιμότητα πως η διπλωματική εθιμοτυπία τους επέβαλλε ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα τους αρχαιοτέρου τους, του Ρώσου πρεσβευτή, και ότι η κοινή λογική τους υποδείκνυε ότι θα είναι γι’ αυτούς φρόνιμο ν’ αποσυρθούν, όπως αποσύρθηκαν και οι πρεσβευτές των τριών προστατίδων Δυνάμεων».
Και πρόσθεσε:
«Σας υπόσχομαι, μόλις κάπως κοπάση η κρίση, να σας ειδοποιήσω να προσέλθετε σταανάκτορα».
Βλέποντας οι πρεσβευτές της Αυστρίας και της Πρωσίας πως δεν μπορούσαν να λυγίσουν την άρνηση του Καλλέργη, αρκούνται στην τελευταία αόριστη υπόσχεσή του και φεύγουν.
Καθώς τα αμάξια τους απομακρύνονταν, λαός και στρατός ζητωκραυγάζουν τον Καλλέργη. Τον επαινούν που επιτέλους βρέθηκε ένας Έλληνας για να μπει φραγμός στην ξενική ασυδοσία. Και κάποιος, μέσα από το πλήθος, τρέχει, κόβει μερικά κλαδιά ελιάς, κάνει στεφάνι και του το προσφέρει.

. . . . . . . . . . . . .

Αφού καθαρογράφτηκαν τα πέντε αυτά διατάγματα, το νέο υπουργικό συμβούλιο- εκτός από τον Κανάρη που βρισκόταν στο ναύσταθμο του Πόρου – τα παίρνει και πηγαίνει στο παλάτι. Ο κόσμος αποθεώνει τους νέους υπουργούς, ο Όθωνας όμως τους δέχεται με φανερή δυσμένεια. Του δίνουν τα διατάγματα να τα υπογράψει. Όταν είδε το περιεχόμενο των δύο τελευταίων, φουντώνει μέσα του η οργή. Χτυπάει με τη γροθιά του το τραπέζι φωνάζοντας γερμανικά:
– Στο διάβολο πια!.
Έπειτα από βίαιη συζήτηση δέχεται να υπογράψει τα τρία πρώτα.
– Τα δύο άλλα, προσθέτει, δεν θα τα υπογράψω ποτέ!
– Μεγαλειότατε, του απαντά ο Μεταξάς, σύμφωνα με την εντολή του Συμβουλίου της Επικρατείας η λύση της επαναστατικής κρίσης και η ορκωμοσία μας εξαρτάται από την υπογραφή και των πέντε διαταγμάτων.
Ο Όθωνας όμως μένει αλύγιστος στην απόφασή του. Όχι, δεν πρόκειται να τα υπογράψει.

Στο μεταξύ, όμως, ο Καλλέργης, σύμφωνα με την υπόσχεση που είχε δώσει στους πρεσβευτές και νομίζοντας πως όλα πια είχαν τελειώσει, τους ειδοποιεί πως αν το επιθυμούν είναι ελεύθεροι να επισκεφτούν τον βασιλιά. Και αυτοί, φυσικά, αμέσως φτάνουν στα ανάκτορα.
Όταν η συζήτηση ανάμεσα στον Όθωνα και στο νέο υποργικό συμβούλιο είχε φτάσει στο πιο δραματικό κορύφωμά της, κάποιος από τους υπασπιστές μπαίνει στο βασιλικό γραφείο και πληροφορεί τον Όθωνα για την επίσκεψη των πρεσβευτών.
Ο Όθωνας σηκώνεται αμέσως, παρατά τους υπουργούς και τρέχει μαζί με την Αμαλία να τους υποδεχτεί. Και οι δύο ελπίσανε πως επιτέλους ερχόταν η σωτηρία που πρόσμεναν.

. . . . . . . . . . . . . .

«Μεγαλειότατε», τους είπαν, «εννοούμε τα αισθήματά σας, σας προτρέπομεν όμως να τα υπογράψετε, έστω ως θυσίαν, τα δύο αυτά διατάγματα. Και σας δίνομε την υπόσχεσή μας να σας βοηθήσωμε ν’ αναστηλώσετε το τρωθέν βασιλικόν σας γόητρον».
Παρ’ όλες όμως τις υποδείξεις κι αυτών ακόμα των πρεσβευτών, ο Όθωνας δεν το αποφάσιζε. Ο στρατός και ο λαός άρχισαν τότε ν’ αδημονούν και ο Καλλέργης στέλνει τον διαγγελέα του να του δηλώσει πως του έδινε προθεσμία δεκαπέντε λεπτών να υπογράψει τα διατάγματα και να ορκίσει την Κυβέρνηση. Σε αντίθετη περίπτωση, ο στρατός θα έλυνε δυναμικά την κατάσταση.
Ο πρεσβευτής της Αυστρίας Πρόκες – Όστεν σε έκθεσή του, που έστειλε στον αρχιδούκα Ιωάννη στις 21 Σεπτεμβρίου 1843 (ν. η.), λέει:
«Ο Καλλέργης, επί παρουσία ημών, ανεκοίνωσεν εις τον Βασιλέα, ότι θα βομβαρδίση τας θύρας των Ανακτόρων και θα εισορμήση δια των παραθύρων, εάν ο βασιλεύς δεν υπέγραφεν εντός δέκα πέντε λεπτών».
Έπειτα από την απειλή αυτή ο Όθωνας τρομοκρατήθηκε και δέχτηκε να υπογράψει και τα δύο επίμαχα διατάγματα.
Ο Όθωνας, οι υπουργοί και οι πρεσβευτές στον εξώστη των ανακτόρων
Ο λαός, όμως, που είχε συγκεντρωθεί κάτω από το παλάτι δεν ησύχασε ούτε όταν έμαθε πως ο Όθωνας υπέγραψε τα διατάγματα. Ζητούσε να βγει στον εξώστη και να ζητωκραυγάσει για το Σύνταγμα. Τέλος ο Όθωνας πείστηκε, συνοδευόμενος από τους υπουργούς και τους πρεσβευτές, να παρουσιαστεί στον εξώστη. Ο λαός ξέσπασε σε ζητωκραυγές. Όταν αποσύρθηκαν ο Όθωνας και οι άλλοι επίσημοι, ο Καλλέργης μίλησε στο στρατό. Τον συνεχάρη τόσο για τα πατριωτικά του και φιλελεύθερα αισθήματα όσο και για τον εξαίρετο τρόπο που έφερε σε τέλος την επιταγή του έθνους για την απόκτηση Συντάγματος. Έπειτα έδωσε εντολή να επιστρέψει ο στρατός στους καταυλισμούς του. Και οι διάφορες μονάδες, με επικεφαλής τη φιλαρμονική της φρουράς που παιάνιζε θούρια, άρχισαν ν’ αποχωρούν επευφημούμενες από το λαό.
Η εφημερίδα Αθηνά (8.9.1843) περιέγραφε με τον ακόλουθο τρόπο το τέλος της αξιομνημόνευτης εκείνης μέρας, όπου ο λαός μας έδωσε έναν από τους τόσους ως σήμερα αγώνες για τις πολιτικές ελευθερίες του:
«Μετά ημίσειαν ώραν ο περιδιαβάζων εις την πλατείαν δεν εδύνατο να ίδη σημείον ουδέν, δι’ ου να συμπεράνη, ότι Λαός ολόκληρος και στρατός εξετέλεσαν εκεί προ ολίγου μίαν επανάστασιν.

 

(επιλογή κειμένου Ι. Εμμ. Τσουδερός)

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *