www.kallergis.info

● 4) Η ΣΥΝΘΗΚΗ του ΑΛΕΞΙΟΥ ΚΑΛΛΕΡΓΗ (Pax Alexi Kalergi), 1299 μ. Χ.

Από τα «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ» του Σπ. Ζαμπέλιου, εκδόσεις Γαλαξίας, 1971

Σε μυστική αλληλογραφία γύρω στο 1298 μεταξύ του Δούκα Ιακώβου του Θειοπούλου και του Καλλέργη, η οποία απεστάλη και εις την Βενετίαν, ανήγγειλε στη Γερουσία ότι ο Αρχηγός αυτός της αποστασίας ήτο διατεθειμένος να συνθηκολογήσει. Η Γερουσία του τη χάρισε δήθεν δια την απάντησιν που έδωσε ο Καλλέργης προς τους Γενουάτας. Ότι δηλαδή «ήθελε γίνη οξύστομος και καταστρεπτική ρομφαία κατ’ αυτών, αν είχε κατά θάλασσαν, όση είχε δύναμιν εις τα όρη της πατρίδος του». Απέστειλε το επόμενο έτος 1299 Δούκα Κρήτης τον Μιχαήλ Βιτάλην, επί τετραμένων να διαπραγματευτεί επισήμως τους όρους της ειρήνης και να επαναφέρει τους αντάρτες στο Χάνδακα. Αυτός δε φτάνοντας έστειλε εκ περιτροπής τους αδελφούς Ιωάννη και Ανδρέα Κορνάρους προς τον Καλλέργη εξουσιοδοτήσας αυτούς πλήρως δια την ειρήνευσιν. Η Συνθήκη συμφωνήθηκε εντός  του έτους. Υπεγράφη δε μετά την εγκατάσταση του Δουκός Βιτάλη.

Ο Μέγας Άρχων υπαγορεύει, η δε Ενετία υπογράφει.

Ο δε Δουξ Ενετίας Πέτρος Γραδίνικος, κύριος της τετάρτης και ημισείας μερίδος

απάσης της βυζαντινής επικρατείας ανεξετάστως παραχωρεί.

Συνθήκη Αλεξίου Καλλέργη 2-1 Συνθήκη Αλεξίου Καλλέργη 2-2 Συνθήκη Αλεξίου Καλλέργη 2-3 Συνθήκη Αλεξίου Καλλέργη 2-4 Συνθήκη Αλεξίου Καλλέργη 2-5 Συνθήκη Αλεξίου Καλλέργη 2-6 Συνθήκη Αλεξίου Καλλέργη 2-7 Συνθήκη Αλεξίου Καλλέργη 2-8

(ΠΗΓΗ: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ«,

Παναγιώτης Κ. Κριάρης,

Αθήνα, 1930, Τόμος Β'»).

Μετά δεκαοκταετή απουσίαν ο Μέγας Άρχων επανήλθεν εις Χάνδακα έφιππος, ενδεδυμένος τον αλυσιδωτόν θώρακα της ιπποτικής πανοπλίας, και παρακολουθούμενος υπό ενωμοτίας οπαδών, διήλθε δε την Δουκικήν λεγομένην οδόν της πρωτευούσης, μεθ’ ης αμεριμνίας και παρρησίας πορεύεται ο εκ του περιπάτου επανερχόμενος. πλήρεις όχλου ήσαν πάσαι αι οδοί, εμπεφραγμένοι οι εξώσται, τα παράθυρα, τα υπερώα, η πόλις όλη επ’ αυτού προσηλωμένα είχε τα όμματα. Αλλ’ ενώ η Ιταλική φρουρά έφερε τα όπλα εις τιμήν του, πένθιμος σιγή επεκράτησε δεξιόθεν και αριστερόθεν του πλήθους κατά την διάβασιν. Εντεύθεν ο ήρως της ημέρας αφικόμενος εις το Παλάτιον, έκλινε το γόνυ παρά τους πόδας του Δουκός, και μετά των συνανταρτών του ώμοσεν επ’ Ευαγγελίου πίστιν και υποταγήν ατελεύτητον.

Είχον ούτω τα πράγματα, ότε ο ύπατος της Ρώμης αρχιερεύς, άλλως παρά τους Ενετούς εξελέγξας τα της Εκκλησίας, εδίσταξε μεν κατ’ αρχάς, έσπευσε δε μετέπειτα να κατακρίνη την συγκατάβασιν της Γερουσίας προς τους Γραικούς. Επί προφάσει, ότι η των μοναστηριακών κτημάτων υπεξαίρεσις επτώχιζε τους Επισκόπυς τοσούτον, ώστε πενήντας και εξορίστους εκσφενδονήσαι αυτούε εις την αλλοδαπήν, όθεν και η ευσέβεια εξέλιπε, και αιρέσεις ανεφύοντο, και η εκκλησιαστική ελευθερία κατεπιέζετο εν τη νήσω, ο Πάπας Κλήμης Ε’, ηκύρωσε τω 1307 τους απαισίους εκείνους όρους της Συνθήκης μετά του Γραικού nephariaw pactiones cum ilo Groeco, οίτινες των δεδογμένων αφίσταντο. αλλ’ ο Δουξ Ενετίας και οι σύμβουλοί του, αποδόντες του Πάπα την αποδοκιμασίαν εις τας ραδιουργίας των εν Ρώμη καταφυγόντων Επισκόπων Καλαμών και Μυλοποτάμου, απεδοκίμασαν εξ αμοιβής την Βούλαν του Πάπα, τα δε μετά του Καλλέργου συνομολογηθέντα κατά γράμμα διεφύλαξαν.

(ΠΗΓΗ: «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ» Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Αθήνα, 1860, Εκδόσεις Γαλαξίας).

  1. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ.

Ή συνθήκη κατά το βιβλίον των (Läbri Pactorum, Vol. IV fol310) συνωμολογήθη κατά ’Ιανουάριον του έτους 1299 κατά τούς Φλαμ. Κορνήλιον και Thomas, κατά τον εκ του Λατινικού όμως μεταφραστήν τού πρώτου αυτής κείμενου, κατά μήνα ’Απρίλιον, ήμέρα Τρίτη λήγοντος Ινδικτιώνος ιβ εν τω Χάνδακι της νήσου Κρήτης. Εκ της διαφοράς της χρονολογίας ταύτης εξάγει τις ότι το υπό τού Ψιλάκη δεύτερον αναγραφόμενον κείμενον είναι τό αρχαιότερον καί τό πρώτον εις τήν έλληνικήν συνταχθέν, ταυτοχρόνως ίσως το λατινικο, ενώ το πρώτον κείμενον είναι μετάφρασις εκ τού λατινικού, γενομένη κατόπιν, ούχί όμως πλήρης. ΚΡΙΑΡΗΣ, Κειμ. σελ. 206. (114)

  1. Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΛΛΕΡΓΗ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΥΠΟΓΡΑΨΕΙ.

Άπορον φαίνεται ήμΐν, πώς ή συνθήκη δεν φέρεται υπογεγραμμένη καί υπό τού Αλεξίου Καλλέργη. Εκ της παρατηρήσεως ταύτης φρονούμεν ότι ή συνθήκη ύπογραφεϊσα εν Χάνδακι, όπου και συνετάχθη κατόπιν μακρών μετ’ αύτού συνεννοήσεων, μετεβιβάσθη εις αύτόν εν είδει επιστολής (γράμματος ως και εν τη συνθήκη άναφέρεται), χωρίς vα ζητηθή παρ’ αύτού ή προσυπογραφή. Ό δε Καλλέργης αρκεσθείς εις τας δηλώσεις ή ορούς της γραφής ταύτης, ίκανοποιούσας πλήρως αυτόν, και μη άπαιτήσας ανταλλαγήν ομήρων, άπέδειξεν ότι έγνώριζε καλώς τάς διαθέσεις της Ένετικής πολιτείας απέναντι εαυτού και των οπαδών του, ενετιζόντων, και δι’ αύτό και θαρραλέως προσήλθεν, ΐνα προσφέρη την υποταγήν του. ΚΡΙΑΡΗΣ, Κειμ. σελ. 207. (115)

  1. ΠΡΟΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ του ΚΕΙΜΕΝΟΥ της ΕΙΡΗΝΗΣ

Έν τη Ιερά Κρήτη τού Κορνηλίου (Τόμ. II σελ. 298) υπάρχει κατακεχωρημένη ή έξής προεισαγωγική έκθεσις ην μετά του κείμενου της ειρήνης έστειλεν εις Ένετίαν ό Δούκας Βιτάλης Μιχαήλ.

Ταύτην μεταφράσας ό αείμνηστος Σ. Α. Ξανθουδίδης έδημοσίευσεν έν Τω βιβλιαρίω αύτού, «Συνθήκη μεταξύ της Ένετικής Δημοκρατίας και Αλεξίου Καλλιέργου» τω 1902, έξ ου και μεταφέρομεν ταύτην ενταύθα :

 

«Τω εκλαμπροτάτω ημετέρω Δεσπότη Κυρίω Πέτρω Γραδονίκω
περιλάμπρω Δουκί Ένετιών Δαλματίας καί Χρωβατίας
και δεσπότη του τετάρτου και ήμίσεος ολοκλήρου τοΰ κράτους της Ρωμανίας
ο Βιδάλης Μιχαήλ Δούξ Κρήτης και τό συμβούλων αύτού μετά πάσης εύλαβείας και υποταγής.

(α) Burgensis, Burgus,  έλέγετο τό έκτός τών τειχών του Χάνδακας προάστειο υπό τών έγχωρίων Ελλήνων Βοΰργος. «Ιδε Σάθα Μεοαιων. Βιβλιοθήκης  τομ.Τ’ σελ.654,655,657 κτλ.

«Γνώτω διά του παρόντος ή Ύμετέρα Μεγαλοπρέπεια, ότι άμα άναλαβόντες την αρχήν έκρίναμεν καλόν πρός λυσιτελεστέραν συνομολόγησιν της ειρήνης να άναβάλωμεν την συνθηκολόγησιν και να μη άρξώμεθα μηδεμιάς διαπραγματεύσεως επί τω σκοπώ, ίνα αυτός πρώ­τος ποιήσηται αρχήν της διαπραγματεύσεως. Ούτος δε μετά πάροδο ήμερών τα τινων εζήτησε παρ’ ήμών διά μεσαζόντων προσώπων ειρήνης συνθήκην, ημείς δε διά των αυτών προσώπων διετάξαμεν να τω δοθή άπάντησις, ότι αν ήθελε παραιτηθή των απρεπών αιτημάτων και έσκόπει να πράξη ό,τι ήτο συνοδόν προς την τιμήν του ήμετέρου κράτους και την ευδαιμονίαν της νήσου Κρήτης, και ή Δημοκρατία θα επραττεν υπέρ αυτού ό,τι ήτον πρέπον εκείνος όμως διεμήνυσε ζητών τοιαύτα, τα όποια δεν ήδύναντο να άκουσθώσι και ήμεΐς τότε διεκόψαμεν τας διαπραγματεύσεις επί ένα μήνα, δεικνύοντες ούτως ότι δεν έφροντίζομεν περί τούτου. Ούτος δε επί τη εύκαιρία της συλλήψεως υπό Μονεμβασιωτών πολίτου τινός κατοίκου του προαστείου του Χάνδακος (α) άποσταλέντος εις τον ’Αλέξιον, ινα άνταλαχθή προς τινας «αιχμαλώτους Μονεμβασιώτας, ους ευρομεν εν τω δεσμωτηρίω Κρήτης, εστειλεν επιστολήν εις τον ευγενή «Ιωάννην Κορνάρον εν η ελεγεν, ότι εάν έπετρέπομεν να ύπάγη ούτος και ο εΰγενής Άνδρέας Κορνάρος προς αυτόν, θα διέθετε τα της είρημένης ανταλλαγής και θα συνεζήτει και διεπραγματεύετο προς αυτούς. ‘Ο δέ είρημενος ’Ιωάννης μάς επαρουσίασε τας έπιστολάς και ημείς εϊδομεν αυτάς, άλλ’ εκ του ΰφους και του περιεχομένου δεν ένεκρίναμεν να ύπάγη, επεστρέψαμεν δε αυτοΐς να άπαντήσωσιν, αλλά μόνον όσον αφορά την άνταλλαγήν. Ό δέ ’Αλέξιος, άφ’ ου άπήντησε περί της ανταλλαγής, εγραψεν εις τον αυτόν Ίωάννην, ότι έπεθύμει να πράξη ό,τι ήρμοζε διά την ήμετέραν τιμήν και το καλόν του τόπου, τότε δε έπετρέψαμεν εις αύτούς να ύπάγωσιν, αλλά παρηγγείλαμεν εις αυτούς ότι ώφειλον νά άφαιρέσωσιν, όσα ήδύναντο εκ των αίτημάτων και έάν δεν παρητειτο τοσούτων, όσα αυτοί ένόμιζον όρθόν, ίνα τελειώση ή σύμβασις, ώφειλον να μη άκούσωσι περισσότερα. Ούτοι λοιπόν μετέβησαν καί έπανελθόντες εφερον ήμΐν έγγράφως, όσα εκτός της άνταλλαγής άπήτει εν τούτοις πολ­λά παρήτησεν, εξ όσων απήτει κατ’ άρχάς. ΉμεΙς δε συσκευθέντες μετά των προς τούτο τεταγμένων δώδεκα συμβουλών και συμφώνως τω περιεχομένω της εμής εντολής, και άφου ημείς πολλά άφαιρέσαμεν, εξ οσων έζήτει, έγράψαμεν αύτω διά των Ιδίων ευγενών Ίωάννου καί Άνδρέου Κορνάρων, ό,τι ήτο δυνατόν να πράξωμεν. ‘Ο δε ρηθεις ’Αλέξιος ήλθεν είς αμφισβήτησιν διά την μνημονευθεΐσαν ανταλ­λαγήν καί εστειλε ζητών τούς είρημένους εύγενεΐς. ‘Ημείς δε έπετρέψαμεν εις αυτούς να ύπάγωσι και ούτοι μετά μακράν λόγων σειράν και πολλάς και κοπιώδεις συζητήσεις και πολλών λόγων αιτιολογίας συνεφώνησαν περί πάντων πλην του περί των έπισκοπών κεφαλαίου, σταματήσαντες δε πολλάς ήμέρας και έξετάσαντες ό,τι ύπελείπετο, άποβλέ- ψαντες δε και είς τον κίνδυνον αμφοτέρων των μερών και όλης της νήσου και λαβόντες ύπ’ οψιν και την ήμετέραν ύπόληψιν και το συμφέρον της Ένετίας και την έξασφάλησιν της νήσου, συσκευθέντες δε πολλάς ημέρας έν τω Συμβουλίω περί τούτου έκρίναμεν καλόν και ήμεις και το Συμβοΰλιον να μη παραιτήσωμεν το πράγμα ενεκα των επισκοπών και ούτως έπράξαμεν περί αυτών ό,τι περιέχεται έν τω αν­τιγράφω τής συνθήκης ταυτης δ άποστέλλομεν τή ‘Υμετ. Μεγαλοπρε­πεία εν τω παρόντι γράμματι εσώκλειστον. Ό ίδιος ’Αλέξιος έπανειλημμένως ήλθεν εις έριδα διά την μνημονευθείσαν ανταλλαγήν (β), ημείς δέ έστείλαμεν τούς είρημένους εύγενεΐς προς έπικυρωσιν της συνθήκης και οΰτοι την τετάρτην του ’Απριλίου ημέραν Δευτέραν έπορεύθησαν πρός ανιόν καί έκ μέρους Υμών εδωκαν όρκον και έλαβον παρά τον ’Αλεξίου. «Ινα δε ή Ύμετέρα Μεγαλοπρέπεια γνωρίζη ολόκληρον την συνθήκην και πάντα όσα έπικυρώσαμεν μετά του ’Αλεξίου διά την άνασύστασιν της έν Κρήτη καταστάσειως τή συγκαταΘέσει και των δώ­δεκα προειρημένων εύγενών δηλοΰμεν ταΰτα έν τω είρημένω έγγράφω. άφ’ ου επίσης μάθετε ότι τοσαυτη εις πάντας και εις ένα έκαστον χαρά έγεννήθη εκ της ειρήνης ταύτης, όση δεν περιγράφεται δι’ επιστολών ή λόγων. Διότι ó Λ η 9 είς ’Αλέξιος διά λόγων και όρκων πολ­λών ύπεσχέθη ότι εις αεί θα διατηρή άπαραβίαστον την προς υμάς πίστιν και την ειρήνην και πάντοτε θά φροντίζη περί της υπηρεσίας και της τιμής υμών. ‘Ημεις δε έλπίζομεν εις τον Κύριον, δτι είς τοιοΰτον σημεΐον διευθΰνομεν κα’ι τΐθεμεν την ύμετέραν, νήσον, ώστε θά άπολαύση μακράς ειρήνης, καί δτι Θεοΰ δίδοντος οί κάτοικοι αυτής θα εννοήσωσιν, δτι εφθασαν εποχήν ήσυχον κα’ι εύδαίμονα. Επειδή δέ έν τω άντιγράφω τούτω περιέχεται δτι δεν πρέπει να διατηρήση τάς ίππους, άλλά διά τάς δέκα, ας εχει, πρέπει νά στείλη επιστολήν πρός τήν Ύμετέραν Μεγαλοπρέπειαν περί διατηρήσεως αυτών καί νά γίνη περί αυτών εντός ενός έτους ό,τι ήθέλατε μάς παραγγείλετε αντί των οποίων (θηλειών ίππων) θέλοντες νά δώσωμεν εις αύτόν δέκα πο­λεμικούς ίππους (Γοηοίποβ) ως άποζημίωσιν δεν ήδυνήθημεν να φθάσωμεν μετά πολλάς συζητήσεις εις κανέν άποτέλεσμα. ‘Υμείς δε ως κύ­ριος θα πράξητε περί τούτου ό,τι φανή καλόν και εις την «Υμετ. Εξο­χότητα, ήμείς όμως δεν συμβουλεύομεν αί ίπποι αύται να μείνωσιν εν τη νήσω κατ’ ούδένα τρόπον πιστεύομεν όμως ότι πρέπει και καλον θα είναι διά την άποζημίωσιν των μνημονευθεισών ίππων να λάβωμεν τήν πρόνοιαν, την όποίαν ήθελεν εγκρίνει ή ‘Υμετ. Μεγαλοπρέπεια.

‘Ως πρός την υπηρεσίαν ην παρέσχον οί είρημένοι εύγενεις (Κορνάροι) διά την συνθήκην δεν γράφομεν κατά τάξιν, επειδή θα ήτο μα­κράν, άλλά βραχέως λέγομεν τούτο, ότι ούτως ένήργησαν ως εΐ ή ύπόθεσις ήτο εντελώς ίδική των, καί ότι, αν δεν ύπήρχον ούτοι, θά ήτο άδΰνατον νά τελείωση ή διαπραγμάτευσις περί τής ειρήνης, δι’ δ ας άξιώση ή ‘Υμετ. Μεγαλοπρέπεια νά δεχθή τήν σύστασιν ταύτην».

ό Δούκας Βιτάλης Μιχαήλ. ΚΡΙΑΡΗΣ, Κειμ. σελ. 208. (116)

 Έκ τής εκθέσεως ταύτης παρατηρεί τις υπό ποια προσχήματα ή Γαληνοτάτη Δημοκρατία και οί εν ονόματι αύτής ενεργούντες ηθέλησαν να περικαλύψωσι την συνθηκολόγησιν προς αποστάτην Γραικόν ως ίσοι προς ίσον και τίνα μέσα μετεχειρίσθησαν, ίνα μη φανή ότι ή υπερήφανος Δημοκρατία εύρέθη εις την άνάγκην να ζητήση και έπιδιώξη πρώτη την προς αύτόν είρήνευσιν (Ξανθουδίδης. Συνθήκη Καλλιέργου κλπ. σελίς 295).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *