www.kallergis.info

● 7) ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ των ΚΑΛΛΕΡΓΩΝ κατα των ΕΝΕΤΩΝ.

Οι Ενετοί εκάλουν επαναστάσεις όλας αυτάς τας αποστασίας. Ούτοι απήτουν δικαιωματικώς πίστιν και ευγνωμοσύνην ενός έθνους το οποίον είχον αγοράσει. Απέδιδον δε το επαναστατικόν αυτό πνεύμα εις το άστατον και εις την απιστίαν, αλλά τούτο ευκόλως εξηγείται τόσον δια των αρετών, όσον και δια των ελαττωμάτων.

  • 1207: Επανάστασις. Ο Κόμης της Μάλτας ετέθη επί κεφαλής των στασιαστών.
  • 1220: Επανάστασις των Αγιοστεφανητών.
  • 1226: Νέα αποστασία.
  • 1228: Επανάστασις υποστηριζομένη από τον Ιωάννην Βατάτζην Αυτοκράτορα της Νικαίας.
  • 1241: Επανάστασις υποκινηθείσα υπό του Μιχαήλ Παλαιολόγου.
  • 1242: Επανάστασις του Γεωργίου και Θεοδώρου Χορτατζών.
  • 1280: Επανάστασις του Αλεξίου Καλλέργη, διαρκέσασα δεκαοκτώ έτη (Επήλθεν ειρήνευσις με την υπογραφήν της Συνθήκης το 1299).
  • 1324: Τρεις Επαναστάσεις ολίγου λόγου άξιαι.
  • 1324: Επανάστασις του Βάρδα Καλλέργη.
  • 1326: Επανάστασις του Λέοντος Καλλέργη.
  • 1327: Αποστασία κατευνασθείσα υπό του Ιουστίνου Ιουστινιανού.
  • 1341: Επανάστασις τιμωρηθείσα από τον Ιουστινιανόν και Μοροζίνην.
  • 1361: Επανάστασις των αποίκων Ενετών της Κρήτης  διαρκέσασα μέχρι του 1364, Δημοκρατία του Αγίου Τίτου.
  • 1365: Επανάστασις των αδελφών Καλλέργη κατευνασθείσα το 1366.

(πηγή: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗς ΚΡΗΤΗΣ», Μ. Βερνάρδος ο Κρης, εν Αθήναις 1846, εκδόσεις Ν. Καραβία).

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΕΝΕΤΩΝ

 Την νήσον της Κρήτης έλαβον οι Ενετοί από τον Μαρκίονα Μονφερράτον, την 12 Αυγούστου 1204 δια δέκα χιλιάδας αργυρά νομίσματα (marcs d’argent) (α). (τομ. Α’, βιβλ. Δ’ σ. 307. Έτος 1204). Ο στόλος ηγκυροβόλησεν εις την περίφημον ταύτην νήσον. O Ιάκωβος ο Θιέπωλος εστάλη με τίτλον Δουκός δια να κυβερνήση αυτήν την νήσον. Η κατάκτησις της πόλεως του Χάνδακος δεν απήτει πολλήν δύναμιν και η υποταγή του τόπου όλου ήτο το αποτέλεσμα ενιαυσίου εκστρατείας.

Αλλ’ η ταχίστη αύτη υποταγή δεν ήτον ειλικρινής.

Οι Ενετοί εκάλουν επαναστάσεις όλας αυτάς τας αποστασίας. Ούτοι απήτουν δικαιωματικώς πίστιν και ευγνωμοσύνην ενός έθνους το οποίον είχον αγοράσει. Απέδιδον δε το επαναστατικόν αυτό πνεύμα εις το άστατον και εις την απιστίαν, αλλά τούτο ευκόλως εξηγείται, τόσον δια των αρετών, όσον και δια των ελαττωμάτων.

  1. 1207, Επανάστασις, Ο Κόμης της Μάλτας επί κεφαλής των στασιαστών.

Η πρώτη αποστασία των νησιωτών υπεχρέωσε τον δούκα της Κρήτης και τους στρατηγούς Ενετούς να επιβώσιν αύθις εις πλοία. Η δημοκρατία έστειλε νέον στρατόν. Ο κόμης της Μάλτας, επί κεφαλής των επαναστατών, μη κρίνων έυλογον το να θυσιασθή δια την υπεράσπισίν των, τους εγκατέλειψεν, οι δ’ Ενετοί εκυρίευσαν εντός ολίγου τας κυριωτέρας θέσεις.  Πρότασις έγινεν εις την σύγκλητον να καταστραφώσιν όλαι αι ωχυρωμέναι πόλεις της νήσου. Ο δε Ρενιέρης Δάνδωλος παρέστησεν ότι αύται ήσαν ωφελιμότεραι εις τα τακτικά, αλλ’ ολιγάριθμα στρατεύματα της μητροπόλεως, παρά εις τον αποστάτην λαόν, και επρότεινεν ευγενώς ότι, δύναται δι’ ιδίας του δαπάνης να διατηρή αυτά τα οχυρώματα. Η μεν προσφορά του δεν εστάθη δεκτή, αλλ’ η γνώμη του υπερίσχυσεν.

  1. Οι Ενετοί στέλλουσιν αποικίαν εις Κρήτην.

Επάναγκες ήτο να συνειθίσουν τους Κρήτας εις το να μη νομίζωσιν εις το εξής το έθνος των Ενετών ως ξένον έθνος. Υπό την άποψιν ταύτην απεφάσισαν να υποχρεώσουν τους πολίτας Ενετούς (les citadins de Venise) να σχηματίσουν καταστήματα εις αυτήν την νήσον και να μεταφέρουν εκεί την διαμονήν των, και, δια να τους ενθαρρύνουν εις τούτο, εδήμευσαν το ήμισυ εκ των γαιών των επανασταντησάντων και διένειμον αυτάς εις τους νέους αποίκους.

Μοναδικός τρόπος του να ελκύσουν εις εαυτούς την εύνοιαν ενός έθνους δια της γυμνώσεώς του, και να απαιτώσιν ώστε ν’ αναγνωρίζη ως συμπολίτας του εκείνους, οι οποίοι του αφήρεσαν την κληρονομίαν του!

Πεντακόσιαι, ή εξακόσιαι οικογένειαι εκίνησαν από την Ενετίαν δια να υπάγουν να θεμελιώσουν την νέαν αποικίαν.

  1. 1226, Επανάστασις της Κρήτης.

Δευτέρα επανάστασις εξερράγη εν τη Κρήτη. Ο δε διοικητής προσεκάλεσεν εις βοήθειάν του τον πρίγκιπα της Νάξου, υποτελή όντα της δημοκρατίας, όστις εβοήθη τω Δουκί εις το να υποτάξη τους επαναστάτας. Αλλ’ εγκιχθείς από τους τρόπους της υπεροχής, τους οποίους φιλοδόξως ούτως απήτει, υπέθαλψε νέαν άλλην στάσιν, τον εβίασε να φύγη από το παλάτιόν του, υπό γυναικεία φορέματα, να καταφύγη εις εν φρούριον, τον επολιόρκησεν εκεί κα κατέστη κύριος της νήσου. Έπρεπε λοιπόν να κινήσουν στρατεύματα από την Ενετίαν με μεγάλην  ταχύτητα δια να σπεύσουν να ελευθερώσουν τον διοικητήν, τα οποία καταλαβόντα αίφνης την Κρήτην εβίασαν μεν τον δούκα της Νάξου ν’ αποπλεύση εκείθεν, δεν ήργησε δε να εξαφθή αύθις η επανάστασις. Οι Κρήτες κατέκοψαν μεληδόν εν σώμα το οποίον ηθέλησε να τους βιάση εις το άσυλόν των. Η σύγκλητος ανεκάλει αλληλοδιαδόχως τους διοικητάς της, έως ου εις εξ αυτών εστάθη αρκετά ευτυχής, ή αρκετά επιτήδειος να κατασβέση την πυρκαιάν, και τούτο επέφερεν εις την αποικίαν διετή γαλήνην. (Αυτόθι σ. 325).

  1. 1228, Επανάστασις υποστηριζομένη από τον Ιωάννην Βατάτζην Αυτοκράτορα της Νικαίας.

Άλλην φοράν η επανάστασις εξήφθη εις την Κρήτην υπό του αυτοκράτορος της Νικαίας Ιωάννου Βατάκη, όστις είχε βοηθήσει τους επαναστάτας με 30 πλοία (galeres) και στρατόν. Τα δε ενετικά στρατεύματα, εβιάσθησαν να κλεισθούν εις τας ωχυράς θέσεις των, εκτός τινών παραδοθέντων. Η αποστασία εξερράγη πανταχόθεν, αλλ’ όταν αι βοήθειαι έφθασαν από την Ενετίαν, τα Ελληνικά στρατεύματα επεβιβάσθησαν (ως είχε πράξει και ο κόμης της Μάλτας και ο πρίγκιψ της Νάξου) αφήσαντα τους Κρήτας αβοηθήτους εις την διάκρισιν προπηλακισμένου και προπαρωργισμένου κυρίου, (έτος 1228).

  1. 1241, Επανάστασις υποκινηθείσα υπό του Μιχαήλ Παλαιολόγου.

Οι Κρήτες έχοντες ασφαλέστερον άσυλον εις τα όρη των, ηνώχλουν αεννάως την δημοκρατίαν δια των αποστασιών των.

  1. 1242, Επανάστασις του Γεωργίου και Θεοδώρου Χορτατζών.

Δύο αδελφοί, Γεώργιος και Θεόδωρος Χορτάτσαι, επί κεφαλής εκείνης της επαναστάσεως, της εκραγείσης τω 1241, συνήθροισαν πολλάς δυνάμεις, ώστε η επανάστασις αύτη έγεινεν εντελής πόλεμος. Ο μεν διοικητής του ναυτικού Γένος (Geno) εφονεύθη εις αυτόν τον πόλεμον, οι δε διάδοχοι αυτού, και επί πάσιν ο Μαρίνος Γραδενίγος (MarinGradenigo) κερδίσαντες μάχας τινάς, επανέφερον την ειρήνην ήτις επεσφραγίσθη με το αίμα ασημάντων τινών επαναστατών. (Τομ. Α’ , βιβλ. Ε’, σ. 350, έτος 1241).

  1. 1282, Επανάστασις του Αλεξίου Καλλέργη.

Έτερός τις της νήσου κάτοικος, Αλέξιος Καλλέργης καλούμενος, ανήρ επίσημος μεν δια την καταγωγήν της γενεάς του, επίφοβος δε δια την σύνεσιν, ισχυρογνωμοσύνην και γλισχρότητά του ητοίμασεν, όχι επανάστασιν τινά πρόσκαιρον, αλλ’ ανθίστασιν πεισματώδη. Η μεν σύγκλητος ειδοποιηθείσα περί των πράξεών του υπωπτεύθη τους σκοπούς του και εβουλήθη να τον συλλάβη. Ο δε Καλλέργης, καλώς υπηρετούμενος από τους κατασκόπους του, υπεξέφυγε παρευθύς και η αποστασία εξερράγη την αυτήν νύκτα της φυγής του. Τούτο δ’ εστάθη μία γενική πυρκαιά και εις πόλεμος, όστις, εν διαστήματι δεκαοκτώ ετών ενεργούμενος και από εκβάσεις ποικιλλοτρόπους υποστηριζόμενος, εξησθένησε την δημοκρατίαν και εξήντλησε τους στρατούς αυτής. (έτος 1243).

Από τα «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ» του Σπ. Ζαμπέλιου, εκδόσεις Γαλαξίας, 1971, διαβάζουμε την παρακάτω λεπτομερή περιγραφή της Δημοκρατίας του Αγίου Τίτου:

ΠΕΡΙ ΑΛΕΞΙΟΥ ΚΑΛΛΕΡΓΗ

Ο Αλέξιος, ακμαίος έτι την ηλικίαν, έως πεντηκοντούτης, και το σχήμα ευειδής, κατήγετο εν των Καλλεργών εκείνων, ους συνετάξαμεν εξ αρχής εις τον κατάλογον των Δώδεκα Αρχόντων του Βυζαντίου. «Ανέκαθεν έχοντες ούτοι πατρίδα την Κωνσταντινούπολιν και από τινος Φωκά έλκοντος και το γένος και το επώνυμον, (διότι λέγεται ότι παρά των Ενετών ύστερον ως των καλών εργάται Καλλιέργαι επωνομάσθησαν), ήλθον εις Κρήτην εξ αποστολής του αυτοκράτορος Αλεξίου, συνεκπέμψαντος  και τον υιόν αυτού Ισαάκιον (1172), ίνα δοκιμάσωσι τους αποστάτας. Καθ’ ην περίστασιν ο Ιωάννης Καλλέργης, ως κεφαλή της οικογενείας, συναπέλαβε μετά των άλλων αυτής μελών Γεωργίου, Ιακώβου, Ανδρέου, Αλεξίου, Νικηφόρου, Μιχαήλ και Βάρδα κτήματα εν τη νήσω ευρυχωρότατα».

«Ο Αλέξιος Καλλέργης, κατά τον Κ. Καπελέτην, απήλαυε της γενικής υπολήψεως του έθνους του. Ως ευγενής, πλούσιος και ισχυρός υπέρ πάντα άλλον Κρήτα, παιδιόθεν ανεπέμπασε τον αρμοδιώτερον τρόπον του καθοδηγήσαι εις αίσιον τέρμα τας προσδοκίας των συμπολιτών του. Εμίσει τους Ενετούς εκ βάθους ψυχής, το μεν ως φιλών διαπύρως την πατρίδα, το δε ότι καπηλικώς εγένοντο ούτοι κύριοι αυτής, αν δ’  εστερξέ ποτε να προσενεχθή φιλικώς προς αυτούς, όμως ουδέποτε συνεμερίσθη των καταχρήσεων και κακουργημάτων των. Όθεν, σπανίως συνανεστράφη προς Ενετούς, μόνον δε παροδικώς προσεπέλασε τινά τούτων. Ηρέσκετο μάλιστα εις την ομιλίαν των ομογενών, ων εκέκτητο την αγάπην δια προσηνούς περιφοράς, και μεγαλοπρεπούς φιλοξενίας. Ώκτιρεν εν τη συνοδεία τούτων της κοινής πατρίδος την συμφοράν, και ζωηρώς εξέφραζε τας ευχάς του υπέρ απελευθερώσεως. Τοσαύτην δ’ είχεν ο λόγος του διάτασιν. Ώστε εκ νεότητος κατέστη μόνος κύριος, μόνος αληθινός ηγεμ’ων της καρδίας των ομογενών του».

Η οικογένεια των Καλλεργών, ως έφημεν, κατείχεν απέραντα κτήματα εν τη νήσω, μάλιστα ο κλάδος του Αλεξίου, όστις, πλην των Βυζαντινών χορηγημάτων, είχε και τιμάρια εκ παροχής Ενετικής, εκ των εισοδημάτων της μεγάλης περιουσίας του, ο Αλέξιος διήγεν εις Χάνδακα, ένθα ηναγκασμένος ήτο κατά νόμον να διαμένη, βίον πολυτελέστατον, ηγεμονικόν σχεδόν. Ο οίκος του, ανεωγμένος και προς Γραικούς και προς Λατίνους, προς τε τον ευγενή και τον χυδαίον, δαψιλεύων τοις μεν ξένοις ευπρεπεστάτην υποδοχήν, τοις δε πένησιν άρτον και χρηματικά βοηθήματα, παρίστανε καθ’ εκάστην την εικόνα μικράς αυλής. Η διακεκριμένη αύτη μεγαλοπρέπεια ανύψωσε ταχέως τον οικοδεσπότην υπεράνω των άλλων συναδέλφων του εν ευγενεία, Λατίνων τε και Γραικών. Κατά διάκρισιν των λοιπών ευπατρίδων, ο Αλέξιος άλλως εν τη κοινή συνηθεία, δεν ωνομάζετο, η Μέγας Άρχων, ως εν τις είποι γαλλιστί Le grand baron. Περιώδευε πάντοτε συνεοδευόμενος υπό στίφους ακολούθων, κλητήρων, σωματοφυλάκων. Οσάκις δε διήρχετο την αγοράν, το μεν πλήθος ευλαβώς εδιχοτομείτο κατά την διάβασίν του, οι δε τυχόντες έφιπποι, και οι κληρικοί αυτοί, ώφειλον να πεζεύσωσι, και εδαφιαίως να τον προσκυνήσωσι, κατά την βυζαντινήν συνήθειαν, ουδ’ ολιγώτερον εσεβάζοντο αυτόν οι της Ενετικής μερίδος αξιωματικοί. Η ισχύς του Αλεξίου παρά τοις προεστώσι και παρά τω λαώ της νήσου, ισχύς την δημαγωγίαν πλησιάζουσα, έσωσε πολλάκις την εξουσίαν από κινδύνων σοβαρών, το δε στρατιωτικόν επάγγελμα και το παλληκαρικόν ριψοκίνδυνόν του κατέστησαν αυτόν προς τους αρμοστάς ου μόνον χρήσιμο, αλλά και λίαν επίφοβον. Ο Καλλέργης, άλλως τε, απελθών εις Ενετίαν επανειλημμένως, είχεν εκεί κτήσει φίλους πολλούς και δυνατούς εν τη τάξει των αρχόντων, φίλους, ων την προστατευτικήν ευμένειαν περιέθαλπεν επιμελώς δια δώρων συνεχών και περιποιήσεων. Ταύτα πάντα καθίστανον τον Αλέξιον προς μεν τους ομογενείς περίβλεπτον, παρά δε τοις επιδημούσι Λατίνοις τα πάντα δυνάμενον. Διο απέβη εις τας ημέρας εκείνας, εξόχως μετά την αποτυχίαν των Χορτατσών, ο μόνος κρίκος, όστις συνέδεεν έτι το δεσποτικόν προς το ιθαγενές στοιχείον.

 

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ 1282

Η ελεεινή κατάστασις της νήσου και κάποια ύποπτα συμπτώματα δυσαρεστήσεων αναφερθέντα από τον τότε Προβλεπτό, συνετέλεσαν στο να επανακληθεί το 1282 ο Μαρίνος Γραδίνικος στην Κρήτη όπου «Σκύλον» υπογείως η δημόδης φωνή προσονόμαζε αυτόν. Αλλά, με σπουδή των Συμβούλων και Αξιωματικών, ετελέσθη επιδεικτικά η απόβασις του Δουκός στο Χάνδακα. Προαπάντησαν αυτόν οι Λατινοεπίσκοποι ακουλουθούμενοι ταπεινώς από τους Ορθόδοξους Ιερείς. Ενώ η συνοδεία των Αρχόντων προσφωνούσε αυτόν υποτακτικά…

… Έλειπε μόνο ένας από την πομπή. Η απουσία αυτού η οποία σημειώθηκε και κατά την απόβασιν εθόλωσε την ομορφιά του δουκικού προσώπου. Ήταν δε αυτός ο Μέγας και πολύς Αλέξιος. Την επομένη ο Γραδίνικος ξεπερνώντας τους προκύψαντες ενδοιασμούς του, επισκέπτεται στην οικία του τον Καλλέργη, ο οποίος προσποιείτο τον άρρωστο.
– «Οίμοι, περιπόθητε, τι έπαθες, τι σοι κακόν συνέβη?»,
ρώτησε ο Δούκας ταραγμένος βλέποντας τον φίλο του και συστρατιώτη του μαυρισμένο, σκυθρωπό και με αξύριστα τα γένια του σε σημείο πένθους.
– «Δεν πενθηφορώ μόνος εγώ, πενθεί μετ’ εμού η νήσος όλη.»,
Απάντησε γρήγορα ο Αλέξιος…

… «Αίτιος συ αυτός, ο δι’ εκθέσεων διεστραμμένων απατήσας την γερουσίαν, και εις οδό απιστίας αγαγών αυτήν! Συ, ο παραστήσας τη νίκην αλυσιτελήν, και αναπόφευκτον συμβουλεύσας την λειτουργίαν του ξίφους και της αγχόνης όπως αξιωθείς σωτήρος όνομα! Αλλά έρχεται και η μέρα κρίσεως. Ηγεμών του όρκους παραβιάσας, ανάξιος αποβαίνει της ηγεμονίας, κυβέρνησις τας υποσχέσεις αθετούσα εμπαίζει και ουρανόν και γην!».
Η συνέντευξις διεκόπη και ο Δούκας αποχώρησε εμβρόντητος. Την ίδια μέρα έγραψε στην Γερουσία και ανέφερε τα του Καλλέργη, και ανεφέρθη σε επικείμενη αποστασία του.
Ολίγον αργότερον ο Γραδίνικος απέθανε με θάνατον που δεν εξαιρούσε όλες τις υποψίες. Ο δε διάδοχος αυτού, Ιάκωβος Δάνδολος (ΛΔ’), έσπευσε να αναγγείλει στην Ενετική Σύγκλητο ότι ο πολλά δυνάμενος Αλέξιος, αυτός τον οποίον η δημοκρατίαν τόσο τιμούσε και πλουσιοπάροχα επιδοτούσε, διέτρεχεν την χώραν παρακινώντας τους κατοίκους σε ανταρσία. «Κατάσχες το δόλιον απροόπτως και αμέσως απόστειλον δε αυτόν ενταύθα, όπως λάβει τα επίχειρα της κουφότητός του. Σύλλαβε δε συγχρόνως και πάντα όσους νομίσεις εταίρους και συνωμότας του»…

… Ο ευμήχανος Καλλέργης είχε προετοιμάσει τα πάντα για την Επανάσταση. Έτσι ειδοποιηθείς από μία υπηρέτρια για το Διάταγμα του Δουκός, απέδρασε νύκτα μαζί με τον Μιχαήλ Χορτάτση, συγγενούς των επιφανών εξορίστων, και με τρεις ακόμη συνομώτες. Αφού μετέβη στην Κνωσό πήγε στο Λασίθι, όπου μετά από λίγο συναντούντε από άλλους δρόμους όλα τα μέλη της οικογενείας του συνεδευόμενα από ομοφρωνούντες οπλαρχηγούς. Εκεί ανακηρύσσεται εχθρός των φίλων του (Ενετών) σηκώνει τη σημαία της Επαναστάσεως μέσω απερίγραπτου ενθουσιασμού του πλήθους, μέσα σε επευφημίες και χαιρετισμούς. Χιλιάδες φωνές επευφήμησαν το Μέγα Άρχοντα λέγοντας «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»…

… Επειδή δε συνδύαζε την στρατηγική εμπειρία και την ταχύτητα των πράξεων, έστειλε σε όλη τη νήσο αγγελιοφόρους προαναγγέλλοντας την απελευθέρωση και μεταφέροντας πατριωτικές προκηρύξεις, εφόδια και χρήματα, εξαιτίας των οποίων σύσσωμος επαναστάτησε ο λαός της Κρήτης. Σε κάποια ανέκδοτο χρονογραφία σώζεται μία των προκηρύξεων:

  • «Αδελφοί Κρήτες, ήγγικεν ημέρα απολυτρώσεως, όσοι πιστοί λάβετε το ξίφος και δράμετε εις την φωνήν της πατρίδος. Ομώσωμεν πάντες μία ψυχή ή της Κρήτης την ελευθέρωσιν, ή τον θάνατον». 1) Cronaca Savina, εν τη Μαρκιανή. Ταξ. Ζ’. χειρόγρ. 194, σελ. 17 και εφεξής.

Μεσούντος  του 1293 εν Χάνδακι, δε αρμοστεύοντος του Δουκός Ερμολάου Ζούστου, ο Ναύαρχος της Γένοβας ευρέθη στην Κρήτη διατεθειμένος είτε δια τα βίας  είτε δια στρατηγικών κινήσεων να αποσπάσει την αποικία αυτήν από την κυριαρχία των Ενετών. ..

 

… Αναφέρει κάποιος χρονογράφος διηγούμενος τα Γενουητικά (Codex ambrosianus de Januensibus, in Cr. Sacra T. 2. P. 288) ότι επρότεινε εις τον Καλλέργη την παντελή έξωση από την Κρήτη του κοινού εχθρού των Ενετών. Και για τον σκοπό αυτό εζήτησε την συνεχή συνέργια των κατοίκων. Απλή δε μόνο επιθυμία είχε να αποδυναμώσει την ναυτικήν υπεροχήν της Ενετίας. Όχι δε δια να εγκατασταθεί διάδοχος της Δυναστείας αυτής εις την Κρήτην. Ο Καλλέργης καίτοι φιλόδοξος δεν εσαγηνεύθη από τέτοιο ελκυστικό δέλεαρ. Είτε λοιπόν έκρινε προτιμότερο την αντίσταση κατά του Ενετού που ήταν ήδη εξασθενημένος και ταπεινωμένος παρά την προστασίαν και την δεσποτεία συμμάχου, ο οποίος είχε καταντήσει επίφοβος και ισχυρός είτε διότι επίστευσε στην ιδίαν αυτού δύναμη απέκρουσε εντόνως τις προτάσεις. Απαντήσας:

«Ασύμφορος και αναξιοπρεπής εν ταυτώ η τοιαύτη συμμαχία. Το κατ’ εμέ, ναι μεν κακώς επί του νύν διάκειμαι προς τους Ενετούς, τουθ’ όπερ λυπηρόν έτυχε και δεινότατον, αλλά όμως  ει κατά  θάλασσαν είχα δύναμιν ω Γενουήται, όσον δύναμαι εις τα όρη της πατρίδος μου, οξύστομος αν είην και καταστρεπτική ρομφαία καθ’ υμών». …

Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ ΕΙΣ ΙΕΡΑΝ ΜΟΝΗΝ ΤΗΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ ΕΙΣ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΝ.

ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ στη ΚΥΔΩΝΙΑ

Πέντε μόνοι των αρχηγών απέμεινον αυτώ πιστοί, οι δε λοιποί πάντες απεσκίρτησαν , ο μεν εντεύθεν, ο δ’ εκείθεν. Αλλά και εκ των πέντε τούτων ουδείς εκ της τάξεως των χωρικών, δύο δε και συγγενείς Καλλέργαι εκ κοινής καταγωγής, οι δε τρεις έτεροι, Μελισσηνός, Καβάσιλος, και Χαμολέος. Εις τους ολίγους τούτους περιωρίσθησαν του αρχιστρατήγου το κράτος και η επιρροή. Η διαίρεσις της επαναστατικής πολιτείας, αι ενσκήψασαι τρομεραί φιλονικίαι, και η επικειμένη του κινήματος διάλυσις, όθεν εξηρτώντο η ζωή και η περιουσία κατοίκων πολυαρίθμων, εφώτισαν τέλος τους αποσκιρτήσαντας αρχηγούς περί της ανάγκης να συνέλθωσιν αύθις εις ομόνοιαν υπέρ της κοινής ασφαλείας, και λοιπόν συνέλευσιν γενικήν ομοφώνως προσδιορίσαντες, σπουδή και προτροπή ζηλωτού τινος καθηγουμένου της εν Ιεραπέτρω Μονής της Φανερωμένης, απεφάσισαν έκαστος κατ’ ιδίαν και πάντες συγκεκροτημένως ν’ αποθέσωσι τους προσωπικούς σκοπούς, όπως εν απαθεία και κοινωφελεία συσκεφθώσι περί της κλυδωνιζομένης πατρίδος. Έτυχε Κυριακή των Βαΐων η τεταγμένη ημέρα της συνελεύσεως. Μετά τη ιεράν λειτουργίαν, καθ’ ην οι ευγενείς και χυδαίοι αρχηγοί αλληλοδιαδόχως μετέλαβον των αχράντων μυστηρίων κατά τάξιν γενεθλίων και ηλικίας, ο ναός μετεβλήθη εις κοινοβούλιον. Και η μεν συζήτησις, υπό του καθηγουμένου διευθυνθείσα, ήρξατο εύτακτος ειρηνική αξία και της σπουδαίας υποθέσεως, και του ιερού ένθα συνεκροτείτο. Ολίγον όμως διήρκεσεν η ευταξία. Προϊούσης της εξετάσεως, ο λόγος εθερμάνθη, απαντήσει και ανταπαντήσεις διέρρηξαν τον ειρηνικόν διάλογον, αμοιβαίαι μομφαί προυκάλεσαν διακοπάς, αι δε διακοπαί τον θόρυβον, ο δε θόρυβος υπεισήγαγε την σύγχυσιν εις τε τα πάθη και τας λέξεις. Της αταξίας ούτω πάλιν αναδοθείσης, πάλιν ανεπήδησαν οι προσωπικοί σκοποί, πάλιν, και θρασύτεραι παρά το πριν, επανωρθώθησαν αι κομματικαί ασυμφωνίαι. Μάτην ο πρόεδρος, υπό της πολυκελάδου λεσχομαχίας εκκεκωφώς, εβραγχία την ησυχίαν επανακαλών εν ονόματι της τε πατρίδος και των περιεστώτων αγίων. Ουδείς πλέον ο καθήμενος, πάντες όρθιοι εν τω μέσω τα εκκλησίας, συμπεπυκνωμένοι, φωνασκούντες, χειρονομούντες, αλλήλους αιτιώμενοι, ή προτείνοντες έκαστος ιδίαν γνώμην.

Εντεύθεν μεν οι ευγενέστεροι της συνελεύσεως, οι Μουσούροι, οι Πατέραι, οι Βλαστοί, οι Σκορδίλλαι,  οι Μοσχολέοι προέβαλον ως έσχατον σωτηρίας τρόπον την ανυπέρθετον συμμαχίαν των Γενουητών. Εκείθεν δε οι χυδαιότεροι, Πεντάκτενοι, Συναδινοί, Πρικοσυρίδαι, Ξυντατρίχαι, Κατανολέοι, και λοιποί της εξοχής αρχηγοί, εψήφιζον την παλινόρθωσιν της σημαίας του Αγίου Τίτου. Άλλοι δε σποράδην εν κραυγαίς στεντορείαις τον θόρυβον συνεπλήρουν μηδ’ αυτοί γινώσκοντες τι προέτεινον. Αι διενέξεις τοσούτον εξετραχύνθησαν, ώστε η εθιμοταξία διεσπάσθη, και ευγενείς μετά χυδαίων αλλήλοις φύρδην μίγδην εξυβρίσθησαν, και ησχρολογήθησαν. Η δε ρήξις ήθελε βεβαίως παρεκβή και εις έργον χειρών, χωρίς τινος απροόπτου συγκυρία, ο έξωθεν όχλος, συνταραχθείς υπό της εσωτερικής οχλαγωγίας και ταραχής, ορεχθείς δε να συμμεθέξη και αυτός της φιλονικίας, έκρουσε σφορδώς τας θύρας, ζητήσαν την είσοδον. Αναρίθμητον πλήθος ανδρών, γυναικοπαίδων, ιερέων, καλογήρων είχε περί την εκκλησίαν συναθροισθή. Επειδή δε ου λαός, εκεί ταχέως και δημαγωγοί, «Ανοίξατε», εκραύγαζον έξωθεν οι έτεροι ούτοι δημεγέρται, δια σφυρών και ροπάλων τας θύρας του ναού πατάσσοντες, «ανοίξατε διαταγή του λαού, η ημείς ανοίγομεν!». Και τας κραυγάς τούτων εκ διαλειμμάτων διεδέχοντο νυν μεν ευφημισμοί προς τους δημαγωγούς, νυν δε βροντωδέσταται ανευφημίαι εις τιμήν του σεβαστού βασιλέως και αυτοκράτορος Ρωμαίων, Ανδρόνικου του Παλαιολόγου. Αλλά ως είχον αι θύραι ν’ ανοιχθώσιν? Ουδέ περί τούτου συνεφώνουν οι έγκλειστοι αρχηγοί, οίτινες την ερεσχελίαν καταλιπόντες, και εις το επεικτικώτερον της οχλαγωγίας θέμα περιτραπέντες, οι μεν αναγκαίαν, οι δ’ επικίνδυνον έκρινον του όχλου την εισβολήν, οι μεν εδημοκόπουν, οι δ’ εφοβούντο. Ηύξανε εν τούτοις η έξω τύρβη, την είσοδον απαιτούσα προστακτικώς. Ότι προς τοις άλλοις, προσβάσης της ημέρας έως δείλης, αι αναθυμιάσεις του οίνου και της συνήθους σκορδοφαγίας της εορτής, ηρέθιζον μάλλον επί μάλλον την ευγλωτίαν των δημαγωγών, και τον ενθουσιασμόν του πλήθους. Αίφνης η θύρα προωθουμένη, κροτεί, πλαταγεί, πίπτει, ρεύμα δε χιεμαρρώδες συρφετού εισβάλλει εις την εκκλησίαν αλαλάζον, συρίζον, ρόπαλα αναδονούν, και επιδεικτικώς κατασείον την αυτοκρατορικήν σημαίαν της Κωνσταντινουπόλεως, κεκοσμημένην δάφναις και βαΐοις. Δια της εισβολής αυτής, ναι μεν η κλυδωνιζόμενη συνέλευσις εσώζετο από της επικρεμούς γρονθοκοπίας, αλλ’ εκινδύνευε κίνδυνον βαθύτερον, την ασφυξίαν. Οι δειλότεροι των αρχηγών, έντρομοι, αγανακτούντες, ορμώσιν ο μεν προς τον νάρθηκα, ο δε προς την απέναντι θύραν, και έξοδον ανοίγοντες αποδιδράσκουσι. Μετ’ ολίγον, έτεροι ήττον δειλοί, υπό της στοιβάξεως συμπιεζόμενοι, ζητούσι την σωτηρίαν, ακολουθούντες το παράδειγμα των πρώτων. Επτά μόνοι των αρχηγών εκ των τριάκοντα οι χυδαίοι και μάλλον εξημμένοι, εγκαρτερούσι μετά του πλήθους συνευφημούντες τον αυτοκρατορικόν αετόν, ούτοι μόνοι διατείνουσι τον λάρυγγα δημοκοπούντες,  αλλ’ εν τω μέσω της ταραχής μήτε βλεπόμενοι, μήτε ακουόμενοι. Μετά πολλάς και μανιώδεις ανευφημίας, ο όχλος υπό του σημαιοφόρου παρακελευθείς, ώμοσε πίστιν και υποταγήν αιωνίαν προς μόνον τον Ανδρόνικον. Νομίσας  δε, ότι εις Κωνσταντινούπολιν επεκράτει ισότης δικαιωμάτων και κτημάτων, δια τριπλής αλαλής εχαιρέτισε της ισοπολιτείας την ευοιώνιστον επίτευξιν, και εις μαρτυρίαν του ψηφίσματος, η σημαία ενεπήχη απέναντι του Εσταυρωμένου, παρά ιερέως ευλογηθείσα κα ιερωθείσα είτα, προσλάβοντες οι ισοπολίται όσην εύρον δάφνην και ελαίας εν τω ναώ, και τους δημαγωγούς ως ολυμπιονίκας περιστέψαντες, εξήλθον άδοντες μετά βαΐων και κλάδων του Λυτρωτού τα νικητήρια, και επικροτούντες την επερχομένην βασιλείαν των ουρανών. Τοιούτο έλαβε τέλος η αντικαλλεργική συνέλευσις των Βαΐων. Την επιούσαν, οι φρονιμώτεροι των γερόντων ηρώτων εαυτούς, αν όντως ελευθερία τοιαύτη ήτο αιρετωτέρα και συμφορωτέρα της Ενετικής τυραννίδος.

Ούτω, πέντε διάφορα κόμματα διεσπάραξαν την επανάστασιν. Α’, οι Καλλεργισταί, τους οποίους η κοινή γνώμη διεδείκνυεν ως ενετίζοντας. Β’, οι Γενουητισταί, Γ’, οι Βυζαντινοί, Δ’, οι θέλοντες την Κρήτην αυτόνομον και ανεξάρτητον, οις δυνάμεθα και Ε’ να προσθέσωμεν, το των ισοπολιτών. Ταύτα δε πότε? Πότε η πεντακέφαλος αναρχία? Καθ’ ον καιρόν προέβαινε γιγαντιαίοις βήμασιν η σιτοδεία, υπό δωδεκαετούς αγεωργησίας προκληθείσα! Καθ’ ον καιρόν ο λιμός εμάστιζε τα μεσημβρινά της νήσου, επαπειλών ως άγγελος φθοράς και θανάτου τον όλεθρον όλου του πληθυσμού! Ότε οι του Χάνδακος Ενετοί, πληροφορηθέντες περί τω εκραγέντων σχημάτων, έσπευδον, εις πόλεμον παρασκευαζόμενοι, ραδιουργούντες, και την διαίρεσιν έτι μάλλον αναρριπίζοντες, να δώσωσι τέλος εις την ονειροκοπίαν των φατριαστών!

Ηρμόστευε κατά τον καιρόν τούτον εις Χάνδακα (1294) ο Ανδρέας Δάνδολος, διοικητής νουνεχέστατος άμα και ανδρείος, εις δε τας επιχειρήσεις τολμηρός, όστις, κρίσιμον ιδών την περίστασιν, επετάχυνε τας εργασίας. Ούτος, παραλαβών δύο τάγματα εθελοντών Πελοποννησίων ησκημένα και δεδοκιμασμένα, στρατεύει εν τάχει κατά των εν Χανίοις Γενουητών, από δε της ευκαιρίας ωφελουμένος, την μεν πόλιν ευκόλως επανακτά και τον εχθρόν τρέπει κατακεκομμένον εις τα πλοία, πολλούς δε των γενουητιζόντων Κρητών ενόπλους εκεί συλλαβών, παραδίδει αδικάστους εις την αγχόνην, prosenti suspendio addixit. Εντεύθεν, προχωρών εις τα ενδότερα της Κυδωνίας, άγει και φέρει τον νομόν. Η Μονή της Αγίας Τριάδος, άλλοτε έτι και ικανώς ωχυρωμένη, και υπό μοναχών ανδρείων πεφρουρημένη. Ενταύθα ο Δάνδολος απαντά εναντιώματα, όσα δεν εύρεν υπό τα τείχη των Χανίων. Διότι οι πολιορκούμενοι νυν μεν τοξεύοντες επιτυχώς από των θυρίδων, νυν δε λίθους πελωρίους άνωθεν εγκαταρρίπτοντες, ποιούσι θραύσιν εις το σώμα του εχθρού. Αλλ’ η θαυμαστή των μοναχών ανδραγαθία ματαίως παρατείνεται. Ουδεμίας προσερχομένης επικουρίας, εφ’ όλας δώδεκα ημέρας, η Μονή αναγκάζεται να παραδώση τα μεν όπλα προς το, χιλίαρχον, την δε ασφάλειαν των εγκατοίκων εις το έλεος του Δουκός. Εκ των τεσσαράκοντα επτά καλογήρων εικοσιτέσσαρες κατασφάττονται εκ χειρός των ταγματαρχών αυτών, μηδενός των στρατιωτών ευπειθούντος εις την παρακέλευσιν της βαρβάρου κατασφαγής. Οι επίλοιποι, ξίφεσι καθημαγμένοις καταδιωκόμενοι από κελλίου εις κελλίον, καντεύθεν εις την αυλήν, από της κλίμακος και των παραθύρων εαυτούς κατακρημνίζοντες, διαπηδώντες τα πτώματα των σφαγέντων συναδέλφων, κατορθούσι τέλος να ριφθώσιν εντός της εκκλησίας, όπου τας στήλας της Αγίας Τραπέζης εναγκαλιζόμενοι, βλέμμασιν ικετευτικοίς επικαλούνται το έλεος και την επιείκειαν των δικτών. Η επέλευσις του Δουκός έσωσεν αυτούς. Συλληφθέντες και αλληλόδετοι δεσμευθέντες, εκομίσθησαν εις Χάνδακα, όπου, άλλως τε, λήγουσι τα ίχνη την υπάρξεώς των. Αυτήν δε ταύτην περίπου την δραστηριότητα του Δανδόλου μιμείται ακολούθως και ο διάδοχός του Ιάκωβος Θειόπουλος (Tiepolo), εγγονός του προειρημένου Δουκός. Μάχης συναφθείσης παρά την Ανώπολιν κατά τινών κομματαρχών της δημοκρατικής μερίδος, ο δεύτερος ούτος Αρμοστής εξελθών νικητής, απαγχονίζει τους ζωγρηθέντας, άλλους δε συνενόχους παραπέμπει εις τα κάτεργα.

Ο Καλλέργης επί τέσσερα συνεχή έτη μετά την έκρηξη του σχήματος, εξακολουθούσε να κομματαρχεί και επικηρυγμένος εις θάνατον και κρυπτόμενος στο Χάνδακα, τίποτα όμως γνωστό κατά του εχθρού δεν επιχειρούσε…

  1. 1299, Συνθήκη Αλεξίου Καλλέργη και Ενετικής Δημοκρατίας.

Η Ευρώπη εθεώρει τότε πρώτην φοράν το θέαμα, μιας ναυτικής δυνάμεως παλαιούσης προς μίαν μεγάλην αποικίαν. Η μητρόπολις προσέβαλε πάντοτε τα παράλια με καλάς εκβάσεις. Επειδή οι μεν άποικοι εύρισκον πάντοτε ασφαλές άσυλον εις τας εξοχάς, οι δ’ Ενετοί μετά πρώτην τινά νίκην καταντούσαν πολύ αδύνατοι δια να θερίσουν και τους καρπούς της, όταν δε πάλιν οι Κρήτες ενίκουν, ο εχθρός των εξέφευγεν, επειδή δεν ηδύναντο να τον καταδιώκωσιν εις τας θαλάσσας και να τον πολεμούν εις τον τόπον του. Τα δύω ταύτα έθνη μη δυνάμενα να καταβάλωσιν άλληλα και αισθανόμενα το ανωφελές των προσπαθειών των διεπραγματέυθησαν, και εν τη διαπραγματεύσι εκείνη η Ενετική κυβέρνησις έλαβε την υπεροχήν και δεν τη εχρειάζετο άλλο τι, ειμή μόνον το να κερδίση τον αρχηγόν της αποστασίας. Παρεχώρησε λοιπόν εις τον Καλλέργην τιμάς, προνόμια, εντελή ασιδοσίαν, τον ύψωσεν εις βαθμόν ευγενούς Ενετού και, εναντίον της τάξεως τοιούτου είδους συνθήκης μεταξύ προπηλακισμένου κυρίου και υπήκοου αντάρτου, δεν διετήρησαν μήτε αίσθημα εκδικήσεως, μήτε σκοπόν απιστίας.

  1. Νέα αποστολή Ενετικών οικογενειών εις την Κρήτην.

Δια να κλείση την ειρήνην ταύτην η μητρόπολις έπεμψεν εις την νήσον νέαν αποικίαν, ήτις εθεμελίωσε την πόλιν των Χανίων επί των ερειπίων της παλαιάς Κυδωνίας.

  1. 1361, Επανάστασις και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ του ΑΓΙΟΥ ΤΙΤΟΥ.

Οι δε Κρήτες υπέθαλπον την ελπίδα του ν’ αποσπαθώσιν από μίαν μητρόπολιν, ήτις είχε παραγκωνίσει την σημαντικωτέραν των αποικιών της. Ταύτην  την φοράν δεν ήτο πλέον επανάστασις των ιθαγενών. Αλλ΄εις κρότος των παραπόνων όλου του Ενετικού λαού της νήσου, όστις εγόγγυζε προ πολλού ότι κανέν από τα μέλη αυτών των παλαιών οικογενειών, των μεταναστευσάντων άλλοτε από Ενετίας εις την αποικίαν, δεν προσεκλήθη ποτέ εις την αρχήν της μητροπόλεως. Είχον ζητήσει λοιπόν να εκλεχθώσι μεταξύ αυτών είκοσι σοφοί, δια να τους αντιπροσωπεύουν εις την μεγάλην βουλήν, και να υπερασπίζωνται εκεί τα συμφέροντά των. Εις διοικητής τοις απεκρίθη απερισκέπτως και ανοήτως ως εφεξής. Και ευρίσκονται σοφοί μεταξύ ημών? Ο χλευασμός ούτος ήτον επέμενον να τους ερεθίση, και πολύ περισσότερον, όταν είδον εαυτούς καταντήσαντες δια παντός εις την τάξιν των υποτελών, δια της πολιτικής μεταβολής, ήτις είχε κλείσει την εις την μεγάλην βουλήν είσοδον εις εκείνους οριστικώς, οίτινες δεν ήσαν μέλη αυτής. Η επανάστασις αύτη, άμεσος ούσα συνέπεια της πολιτικής μεταβολής, είναι έτι ικανή περίστασις να την εκτιμήση.  Οι  άποικοι έδραξον (δια να κάμουν κρότο) την πρόφασιν ενός φόρου, ελαφρού άλλως τε όντος πολύ, τον οποίον προ μικρού είχον επιβάλλει αυτοίς προς επιδιόρθωσιν του λιμένος των. Έλαβον λοιπόν τα όπλα, ερρίφθησαν κατά του διοικητού, επαπείλησαν την ζωήν του, εφυλάκισαν αυτόν και τους συμβούλους του και εξέλεξαν δι’ αρχηγόν Μάρκον τινά Γραδενίγον (Marc Gradenigo). Η επιθυμία του ν’ αποσπαθώσιν απολύτως και δια παντός από την μητρόπολιν έφθασεν εις τοιούτον βαθμόν, ώστε οι αντάρται δεν ήθελον πλέον να έχουν κανέν κοινόν με την μητρόπολιν, μήτε αυτήν την θρησκείαν. Όθεν δια να χωρισθώσιν από την δημοκρατίαν, δεν εδίστασαν ν’ αποχωρισθώσι και από την λατινικήν εκκλησίαν, και ενηγκαλίσθηαν το σχίσμα των Ελλήνων (την ανατολικήν εκκλησίαν) και (αύτη ήτο σχεδόν η αποστασία εις τα των Ενετών), δεν ήθελον πλέον ν’ αναγνωρίζουν τον Αγιον Μάρκον δια προστάτην των. Αλλ’ αντικατέστησαν τον Αγιον Τίτον.

Εν τοσούτω ώπλισαν όλον τον λαόν της Κρήτης, ήνοιξαν τας φυλακάς δια να συγκαταλέξουν αδιαφόρως τους υποδίκους και τους κακούργους με τους στρατιώτας, και κατέσφαξαν τους, δια φρόνησιν, ή δια αφοσίωσίν των προς την αρχαίαν τάξιν των πραγμάτων, μη αποδεχομένους την αποστασίαν.  Η δημοκρατία τωόντι ελάμβανε τοιαύτην περίσκεψιν εις τα προφυλακτά μέτρα της, ώστε αφού ίδε πλέον επιστρέψασαν την αποστολήν της και απελπίσθη να επαναγάγη τους Κρήτας δια της πειθούς, έγραψε τότε εις όλας τας δυνάμεις της Ιταλίας, εις τους βασιλείς της Γαλλίας και της Νεαπόλεως και εις τον Αυτοκράτορα παρακαλούσα αυτούς να μη χορηγήσωσιν ουδεμίαν βοήθειαν εις τους επαναστάτας υπηκόους, τους οποίους είχε να τιμωρήση. Και τότε μόνον, αφού έλαβε τοιαύτην υπόσχεσιν, ήρχισεν η σύγκλητος να βολεύεται περί των στρατιωτικών μέτρων, τα οποία έμελλε να βάλη εις πράξιν. Υπήρχον μολοντούτο εις την σύγκλητον πολλαί γνώμαι, τας διαφορετικάς συμβιβάζουσαι και συνιστώσαι τον αποκλεισμόν μόνον της Κρήτης με δέκα πλοία (galleres) χωρίς επιχειρήσεως άλλης τινός προσβολής.

Από τα «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ» του Σπ. Ζαμπέλιου, εκδόσεις Γαλαξίας, 1971, διαβάζουμε την παρακάτω λεπτομερή περιγραφή της Δημοκρατίας του Αγίου Τίτου:

ΕΞΩΦΥΛΛΟ

9   Έγγραφο3

7   6

5   4

3   2

1

  1. 1364, Αναχώρησις μιας πολεμικής παρασκευής υποταξάσης την νήσον.

Ούτω λοιπόν εις τας αρχάς του 1364 έτους, ευρίσκετο πλέον ετοίμη η εκστρατεία, και έρριψαν τα όμματα, δια να την διοικήση, επί τινός αρχηγού Βεροναίζου Λουζίνου (Luchino del Verme) καλουμένου, όντος τότε επί κεφαλής των στρατιωτών του άρχοντος του Μιλάνου. Εδόθη λοιπόν εις αυτόν η σημαία της δημοκρατίας από τας χείρας του Δουκός και ανεχώρησε τη 10 Απριλίου επί ενός στόλου τριάκοντα τριών πλοίων (galeres κατέργων) διοικουμένων υπό του Δομινίκου Μιχαήλ (Dominique Michieli) και φερόντων εξ χιλιάδας ανδρών δι’ απόβασιν. Αυτό ήτον όλον, το οποίον η ισχυρά Ενετία έστειλεν εις ανάκτησιν της εκατονταπόλεως νήσου. Η αποικία λοιπόν και η μητρόπολις ευρίσκοντο τότε εκδιαμέτρου αντικείμεναι ως προς την προτέραν των κατάστασιν. Οι αντάρται δεν ωφελήθησαν διόλου από τον καιρόν, τον οποίον είχον δώσει εις αυτούς. Είχον δε δολοφονήσει πολλούς νησιώτας, τους οποίους υπώπτευον ότι ελυπούντο δια την στέρησιν της ενετικής κυβερνήσεως. Και αυτός ο Μάρκος Γραδενίγος, τον οποίον οι επαναστάται είχον λάβει αρχηγόν των, δεν απέφυγε τας υποψίας και την παραφοράν αυτών.

Ο στρατός απέβη χωρίς αντίστασιν την 7η Μαίου επί των παραλίων της Κρήτης, ολίγας λεύγας πλησίον της πρωτευούσης, την δε δεκάτην ο Λουχίνος δαλ Βέρμε ήρξατο να προχωρή, εβίασε την δίοδον ενός στενού, όπου οι νησιώται ήσαν τοποθετημένοι, και φθάσας εις τας πύλας της πόλεως εκυρίευσεν αυτάς και κατεπυρπόλησε τα προάστια, καθ’ ον καιρόν ο στόλος εφαίνετο εις την είσοδον του λιμένος, και ούτως οι αντάρται προκατελήφθησαν από την ισχυράν ταύτην προσβολήν, ως να μην έπρεπε να την περιμένουν. Και αυτοί εκείνοι αίτινες εφαίνοντο τόσον πεισματώδεις εις την απώθησιν πάσης περί διαλλαγής προτάσεως, δεν είχον τη σταθερότητα να προσκαρτερήσουν και ανθέξουν εις μίαν έφοδον.  Έστειλαν λοιπόν πρέσβεις και έκλιναν τον αυχένα εις τους πόδας του Μικιέλη επικαλούμενοι την συγχώρησίν των. Ο δε ναύαρχος τους εδέχθη με σοβαρόν πρόσωπον, επρόσταξε και ήνοιξαν τας πύλας, εκυρίευσε τον λιμένα, εισήλθε μετά του στρατού εις την πρωτεύουσαν. Αλλ’ η από όλα τα έθνη σύναξις αύτη των μισθωτών, εξ ης συνίστατο ο στρατός της αποβάσεως, εδόθη εις την λεηλασίαν της πόλεως, τους οποίους μισθωτούς ματαίως επροσπάθησαν να επαναγάγωσιν υπό τας σημαίας των. Έπρεπε λοιπόν να τους προσβάλουν με μεγάλην βίαν και τοιουτοτρόπως να τους υποχρεώσουν να παύσουν από την λεηλασίαν, τιμωρούντες και τινας των αρχηγών των με θάνατον, μεταξύ των οποίων ευρέθη και εις νέος Βισκόντιος συγγενής του άρχοντος του Μιλάνου.

Μετά την εκτέλεσιν ταύτην ησχολήθησαν εις το να τιμωρήσουν και τους αντάρτας, εξ ων πολλοί μεν κατεδικάσθησαν εις θάνατον, τινες δε κατέφυγον εις τας πλησίον νήσους, άλλοι δε πάλιν εζήτησαν άσυλον εις τα όρη, των οποίων αι κεφαλαί εβλήθησαν επί τιμήν βραβείου, οι δε λοιποί επροσκύνησαν τάχιστα, δια να πιστευθή ειλικρινής η μετάνοιά των. Δια την κατάκτησιν της Κρήτης δεν εχρειάσθησαν περισσσότεραι των τριών ημερών. Τας ειδήσεις ταύτας έλαβον εις την Ενετίαν μεθ’ υπερβαλλούσης χαράς. Επανηγύρισαν το ευτυχές τούτο συμβεβηκός δι’ εορτών και ιπποδρομίων.

  1. 1365, Τελευταία επανάστασις της Κρήτης.

Δεν είχεν εισέτι λήξει το 1365 έτος, όταν μία νέα στάσις εξερράγει εις την Κρήτην. Οι δ’ αντάρτες έχοντες επί κεφαλής τρεις αδελφούς εκ της οικογενείας των Καλλεργών, μιας των τότε σημαντικοτέρων του τόπου, ενηγκαλίσθησαν εν σύστημα πολεμικόν, το οποίον δεν επέτρεπεν εις τους Ενετούς να τους καταδαμάσουν δια μιας κρισίμου και αποφασιστικής προσβολής. Διότι αντί να εκστρατεύσουν εις το να κυριεύσουν την πρωτεύουσαν, ωχύρωσαν όλα τα φρούρια της νήσου, εις τα οποία ευκόλως ημπορούσαν να υπερασπισθούν, κατέλαβον αιφνηδίως τας εις μερικάς αγοράς ούσας φρουράς, ενιδρύνθησαν εις πολλάς θέσεις, από τας οποίας μαχόμενοι εκ περιουσίας εδύνατο να κερδίζουν τας μάχας. Ο Διοικητής εσύναξε τας υπό τας διαταγάς δυνάμεις, εζήτησε προχείρους βοηθείας και εις το διάστημα του έτους 1366, τα στρατεύματα ταύτα έμελλε να κάμουν ένα επίπονον πόλεμον διαφόρων θέσεων εις το να καταλάβουν μίαν πληθύν φρουρίων, ρις το να λεηλατήσουν και κατερημώσουν τον τόπον, δια να φέρουν την πείναν εις μικράς τάς φρουράς, εις το να καταδιώκουν με απίστευτον κόπον, αρχηγούς τινάς οίτινες διέφυγον. Τέλος, μετά πολλήν αιματοχυσίαν εις τας μάχας, εύρον την ευκαιρίαν να χύσουν αίμα και επί του τόπου της καταδίκης, διότι όλοι σχεδόν οι αίτιοι της αποστασίας  ταύτης την εξεπλήρωσαν δια της κεφαλικής αυτών ποινής, την οποίαν δεν απέφυγον μήτε αι γυναίκες και τα τέκνα των Καλλεργών. Αύτη λοιπόν εστάθη η τελευταία της ελευθερίας εκπνοή εις την νήσον ταύτην, της οποίας οι κάτοικοι διεσπαράττοντο εν διαστήματι εκατόν εξήκοντα, 160, ετών υπό τον ζυγόν εκείνον, τον οποίον επεβάρυνεν εις λαός διαχωρισμένος από αυτούς δια εκτεταμμένων θαλασσών.

Παύλος ο Λορεδάν (Paul Loredan) εις των προβλεπτών, ή αρμοστών, έδωσε λογαρισμόν, κατά τον εφεξής τρόπον, περί των αυστηρών μέτρων, τα ποία ελήφθησαν δια να στερεωθή η υποταγή της αποικίας ταύτης.

Επιφορτισμένοι παρ’ υμών να εξετάσωμεν την κατάστασιν της αποικίας ταύτης και να στερεώσωμεν εις αυτήν την μετά ταύτα ησυχίαν, χρεωστούμεν να σας δώσωμεν λόγον των παρ’ ημών νομισθέντων αναποφεύκτων μέτρων. Οι αποστάται δεν έχουν πλέον αρχηγούς, διότι ούτο έγιναν φρικτά παραδείγματα, δια να κατατρομάξουν τους επιθυμούντας να γίνουν εις το εξής τοιούτοι. Τα όσα φρούρια εχρησίμευον εις αυτούς καταφύγιον, αι πόλεις του Λασιθίου και της Ανωπόλεως, όλα τέλος πάντων τα ωχυρά φρούρια, όσα δεν εκρίναμεν αρμόδια και κατάλληλα να κατέχωμεν, κατηδαφίσθησαν, οι δε κάτοικοι αυτών μετεφέρθησαν και κατώκησαν αλλαχού, και οι πέριξ αυτών αγροί θέλει μένουν αγεώργητοι, απηγορευμένον είναι μάλιστα, επί κεφαλική ποινή, και μόνον το να πλησιάση τις εις αυτούς. Οι κανονισμοί όλοι, οι οποίοι ημπορούσαν να διατηρούν την υπεροψίαν και το πνεύμα της ανεξαρτησίας των αποίκων ακυρώθησαν. Οι ιθαγενείς δεν θα έχουν εις το εξής ουδεμίαν μετοχήν εις την δημόσιον οικονομίαν, μήτε εις τα αξιώματα. Η δ’ επαγρύπνησις, την οποίαν θέλει έχουν επ’ αυτών οι πιστοί σας απεσταλμένοι, σας εγγυάται εις το εξής περί της υποταγής των.

Η ειρηνοποίησις αύτη (αν δύναταί τις να δώση το όνομα τούτο εις την υποταγήν, ήτις έπεται ενός τοιούτου πολέμου και τοιούτων εκδικήσεων) ετελείωσε το βασίλειο του Μάρκου Κορνάρου, όστις απέθανε την 13 Ιουνίου 1367 (Τομ. Α’, βιβλ. Θ, σ. 603, έτος 1365).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *